παγιδεύω  Verb  [pagidevo, pajidevo, pagithevo, pagideyw]

Etymologie zu παγιδεύω

παγιδεύω Koine-Griechisch παγιδεύω altgriechisch παγίς


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu παγιδεύω

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie παγιδεύω

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Ähnliche Wörter zu παγιδεύω

Noch keine ähnlichen Wörter

Deutsche Synonyme zu παγιδεύω

Noch keine deutschen Synonyme


Grammatik


ΠΑΓΙΔΕΥΩ
I trap
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
παγιδεύωπαγιδεύουμε, παγιδεύομεπαγιδεύομαιπαγιδευόμαστε
παγιδεύειςπαγιδεύετεπαγιδεύεσαιπαγιδεύεστε, παγιδευόσαστε
παγιδεύειπαγιδεύουν(ε)παγιδεύεταιπαγιδεύονται
Imper
fekt
παγίδευαπαγιδεύαμεπαγιδευόμουν(α)παγιδευόμαστε, παγιδευόμασταν
παγίδευεςπαγιδεύατεπαγιδευόσουν(α)παγιδευόσαστε, παγιδευόσασταν
παγίδευεπαγίδευαν, παγιδεύαν(ε)παγιδευόταν(ε)παγιδεύονταν, παγιδευόντανε, παγιδευόντουσαν
Aoristπαγίδεψα, παγίδευσαπαγιδέψαμε, παγιδεύσαμεπαγιδεύτηκαπαγιδευτήκαμε
παγίδεψες, παγίδευσεςπαγιδέψατε, παγιδεύσατεπαγιδεύτηκεςπαγιδευτήκατε
παγίδεψε, παγίδευσεπαγίδεψαν, παγιδέψαν(ε)
παγίδευσαν, παγιδεύσαν(ε)
παγιδεύτηκεπαγιδεύτηκαν, παγιδευτήκαν(ε)
Per
fect
έχω παγιδέψει
έχω παγιδεύσει
έχω παγιδευμένο
έχουμε παγιδέψει
έχουμε παγιδεύσει
έχουμε παγιδευμένο
έχω παγιδευτεί
είμαι παγιδευμένος, -η
έχουμε παγιδευτεί
είμαστε παγιδευμένοι, -ες
έχεις παγιδέψει
έχεις παγιδεύσει
έχεις παγιδευμένο
έχετε παγιδέψει
έχετε παγιδεύσει
έχετε παγιδευμένο
έχεις παγιδευτεί
είσαι παγιδευμένος, -η
έχετε παγιδευτεί
είστε παγιδευμένοι, -ες
έχει παγιδέψει
έχει παγιδεύσει
έχει παγιδευμένο
έχουν παγιδέψει
έχουν παγιδεύσει
έχουν παγιδευμένο
έχει παγιδευτεί
είναι παγιδευμένος, -η, -ο
έχουν παγιδευτεί
είναι παγιδευμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα παγιδέψει
είχα παγιδεύσει
είχα παγιδευμένο
είχαμε παγιδέψει
είχαμε παγιδεύσει
είχαμε παγιδευμένο
είχα παγιδευτεί
ήμουν παγιδευμένος, -η
είχαμε παγιδευτεί
ήμαστε παγιδευμένοι, -ες
είχες παγιδέψει
είχες παγιδεύσει
είχες παγιδευμένο
είχατε παγιδέψει
είχατε παγιδεύσει
είχατε παγιδευμένο
είχες παγιδευτεί
ήσουν παγιδευμένος, -η
είχατε παγιδευτεί
ήσαστε παγιδευμένοι, -ες
είχε παγιδέψει
είχε παγιδεύσει
είχε παγιδευμένο
είχαν παγιδέψει
είχαν παγιδεύσει
είχαν παγιδευμένο
είχε παγιδευτεί
ήταν παγιδευμένος, -η, -ο
είχαν παγιδευτεί
ήταν παγιδευμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα παγιδεύωθα παγιδεύουμε, θα παγιδεύομεθα παγιδεύομαιθα παγιδευόμαστε
θα παγιδεύειςθα παγιδεύετεθα παγιδεύεσαιθα παγιδεύεστε, θα παγιδευόσαστε
θα παγιδεύειθα παγιδεύουν(ε)θα παγιδεύεταιθα παγιδεύονται
Fut
ur
θα παγιδέψω, θα παγιδεύσωθα παγιδέψουμε, θα παγιδέψομε
θα παγιδεύσουμε, θα παγιδεύσομε
θα παγιδευτώθα παγιδευτούμε
θα παγιδέψεις, θα παγιδεύσειςθα παγιδέψετε, θα παγιδεύσετεθα παγιδευτείςθα παγιδευτείτε
θα παγιδέψει, θα παγιδεύσειθα παγιδέψουν(ε), θα παγιδεύσουν(ε)θα παγιδευτείθα παγιδευτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω παγιδέψει
θα έχω παγιδεύσει
θα έχω παγιδευμένο
θα έχουμε παγιδέψει
θα έχουμε παγιδεύσει
θα έχουμε παγιδευμένο
θα έχω παγιδευτεί
θα είμαι παγιδευμένος, -η
θα έχουμε παγιδευτεί
θα είμαστε παγιδευμένοι, -ες
θα έχεις παγιδέψει
θα έχεις παγιδεύσει
θα έχεις παγιδευμένο
θα έχετε παγιδέψει
θα έχετε παγιδεύσει
θα έχετε παγιδευμένο
θα έχεις παγιδευτεί
θα είσαι παγιδευμένος, -η
θα έχετε παγιδευτεί
θα είστε παγιδευμένοι, -ες
θα έχει παγιδέψει
θα έχει παγιδεύσει
θα έχει παγιδευμένο
θα έχουν παγιδέψει
θα έχουν παγιδεύσει
θα έχουν παγιδευμένο
θα έχει παγιδευτεί
θα είναι παγιδευμένος, -η, -ο
θα έχουν παγιδευτεί
θα είναι παγιδευμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να παγιδεύωνα παγιδεύουμε, να παγιδεύομενα παγιδεύομαινα παγιδευόμαστε
να παγιδεύειςνα παγιδεύετενα παγιδεύεσαινα παγιδεύεστε, να παγιδευόσαστε
να παγιδεύεινα παγιδεύουν(ε)να παγιδεύεταινα παγιδεύονται
Aoristνα παγιδέψω, να παγιδεύσωνα παγιδέψουμε, να παγιδέψομε
να παγιδεύσουμε, να παγιδεύσομε
να παγιδευτώνα παγιδευτούμε
να παγιδέψεις, να παγιδεύσειςνα παγιδέψετε, να παγιδεύσετενα παγιδευτείςνα παγιδευτείτε
να παγιδέψει, να παγιδεύσεινα παγιδέψουν(ε), να παγιδεύσουν(ε)να παγιδευτείνα παγιδευτούν(ε)
Perfνα έχω παγιδέψει
να έχω παγιδεύσει
να έχω παγιδευμένο
να έχουμε παγιδέψει
να έχουμε παγιδεύσει
να έχουμε παγιδευμένο
να έχω παγιδευτεί
να είμαι παγιδευμένος, -η
να έχουμε παγιδευτεί
να είμαστε παγιδευμένοι, -ες
να έχεις παγιδέψει
να έχεις παγιδεύσει
να έχεις παγιδευμένο
να έχετε παγιδέψει
να έχετε παγιδεύσει
να έχετε παγιδευμένο
να έχεις παγιδευτεί
να είσαι παγιδευμένος, -η
να έχετε παγιδευτεί
να είστε παγιδευμένοι, -ες
να έχει παγιδέψει
να έχει παγιδεύσει
να έχει παγιδευμένο
να έχουν παγιδέψει
να έχουν παγιδεύσει
να έχουν παγιδευμένο
να έχει παγιδευτεί
να είναι παγιδευμένος, -η, -ο
να έχουν παγιδευτεί
να είναι παγιδευμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπαγίδευεπαγιδεύετεπαγιδεύεστε
Aoristπαγίδεψε, παγίδευσεπαγιδέψτε, παγιδεύτε
παγιδεύστε, παγιδεύσετε
παγιδέψουπαγιδευτείτε
Part
izip
Presπαγιδεύοντας
Perfέχοντας παγιδέψει, έχοντας παγιδεύσει
έχοντας παγιδευμένο
παγιδευμένος, -η, -οπαγιδευμένοι, -ες, -α
InfinAoristπαγιδέψει, παγιδεύσειπαγιδευτεί



Griechische Definition zu παγιδεύω

παγιδεύω [pajiδévo] -ομαι : 1.κατορθώνω να αποκλείσω σε περιορισμένο χώρο ένα καταδιωκόμενο ζώο και έτσι να το συλλάβω ζωντανό: Παγίδεψαν το θηρίο στη φωλιά του και το σκότωσαν. || για καταδιωκόμενο άνθρωπο: Οι αστυνομικοί παγίδεψαν τους ληστές. || (παθ.) αποκλείομαι και αδυνατώ να διαφύγω: Παγιδεύτηκαν στις φλόγες και κάηκαν ζωντανοί. [...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback