πίνω  Verb  [pino, pinw]

Ähnliche Bedeutung wie πίνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze πίνω

... Δεν πίνω αλκοόλ. ...

... Ποτέ δεν πίνω μπύρα, καθώς δεν μου αρέσει. ...

... Ποτέ δεν πίνω τσάι με λεμόνι. ...

Quelle: enteka, glavkos, glavkos


Beispielsätze ich trinke

... Reg dich nicht auf! Selbst wenn ich trinke hat das keine Auswirkung auf meine Fahrkunst. ...

... Nein danke, ich trinke keinen Kaffee. ...

... Herr Doktor, ich rauche nicht, ich trinke nicht und bin impotent. Da bin ich neugierig, was Sie mir verbieten. ...

Quelle: Esperantostern, Fingerhut, moskbnea

Grammatik


ΠΙΝΩ
I drink
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
πίνωπίνουμε, πίνομεπίνομαιπινόμαστε
πίνειςπίνετεπίνεσαιπίνεστε, πινόσαστε
πίνειπίνουν(ε)πίνεταιπίνονται
Imper
fekt
έπιναπίναμεπινόμουν(α)πινόμαστε, πινόμασταν
έπινεςπίνατεπινόσουν(α)πινόσαστε, πινόσασταν
έπινεέπιναν, πίναν(ε)πινόταν(ε)πίνονταν, πινόντανε, πινόντουσαν
Aoristήπιαήπιαμε
ήπιεςήπιατε
ήπιεήπιαν(ε)
Per
fect
έχω πιειέχουμε πιει
έχεις πιειέχετε πιει
έχει πιειέχουν πιει
Plu
per
fect
είχα πιειείχαμε πιει
είχες πιειείχατε πιει
είχε πιειείχαν πιει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα πίνωθα πίνουμε, θα πίνομεθα πίνομαιθα πινόμαστε
θα πίνειςθα πίνετεθα πίνεσαιθα πίνεστε, θα πινόσαστε
θα πίνειθα πίνουν(ε)θα πίνεταιθα πίνονται
Fut
ur
θα πιωθα πιούμε
θα πιειςθα πιείτε
θα πιειθα πιουν, θα πιούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω πιειθα έχουμε πιει
θα έχεις πιειθα έχετε πιει
θα έχει πιειθα έχουν πιει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να πίνωνα πίνουμε, να πίνομενα πίνομαινα πινόμαστε
να πίνειςνα πίνετενα πίνεσαινα πίνεστε, να πινόσαστε
να πίνεινα πίνουν(ε)να πίνεταινα πίνονται
Aoristνα πιωνα πιούμε
να πιειςνα πιείτε
να πιεινα πιουν, να πιούν(ε)
Perfνα έχω πιεινα έχουμε πιει
να έχεις πιεινα έχετε πιει
να έχει πιεινα έχουν πιει
Imper
ativ
Presπίνεπίνετεπίνεστε
Aoristπιες, πιεπιείτε, πιέτε, πιέστε
Part
izip
Presπίνοντας
Perfέχοντας πιειπιωμένος, -η, -οπιωμένοι, -ες, -α
InfinAoristπιει





Person Wortform
Präsens ich saufe
du säufst
er, sie, es säuft
Präteritum ich soff
Konjunktiv II ich söffe
Imperativ Singular sauf!
Plural sauft!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gesoffen haben
Alle weiteren Formen: Flexion:saufen


Griechische Definition zu πίνω

πίνω [píno] -ομαι Ρ αόρ. ήπια, απαρέμφ. πιει, παθ. αόρ. (λαϊκότρ.) πιώθη κα, απαρέμφ. (λαϊκότρ.) πιωθεί, μππ. πιωμένος : 1. εισάγω στο στόμα και, στη συνέχεια, στο στομάχι μου ένα υγρό, ένα ποτό, καταναλίσκω ένα υγρό καταπίνοντάς το: πίνω νερό / γάλα / τσάι / καφέ / κρασί / μπίρα. πίνω έναν καφέ / ένα φλιτζάνι τσάι / μια γουλιά νερό / ένα ποτήρι κρασί. πίνω αργά / απολαυστικά / αχόρταγα / με βουλιμία. πίνω με μικρές / μεγάλες γουλιές. Δεν πίνω αλκοόλ. Θέλω να πιω κάτι δροσιστικό. Ήπιε την μπίρα του μονορούφι. || πίνω το χάπι, το παίρνω με νερό. Ο δράκουλας πίνει το αίμα των θυμάτων του. (έκφρ.) τρώει* και πίνει. ΦΡ πίνω φαρμάκι(α)* / το πικρό ποτήρι*. είναι να την / τον πιεις στο ποτήρι, πολύ όμορφη / όμορφος. πίνω νερό* στο όνομα κάποιου. ήπιε το αμίλητο* νερό. πίνω το αίμα* κάποιου. ΠAΡ Γιάννης* κερνάει και Γιάννης πίνει. || (παθ. στο γ' πρόσ.): Tο κρασί ξίνισε και δεν πίνεται. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu πίνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15