ορκίζω Verb  [orkizo, orkizw]

  Verb
(0)

Etymologie zu ορκίζω

ορκίζω Etymologie fehlt


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter
Deutsche Synonyme
Noch keine deutschen Synonyme



Griechische Definition zu ορκίζω

ορκίζω [orkízo] -ομαι : 1. (παθ.) α. επικαλούμαι το Θεό, ένα πρόσωπο, συνήθ. ιερό, ή μία ηθική αξία για να ενισχύσω την εγκυρότητα μιας μαρτυρίας ή υπόσχεσής μου ή γενικά για να αποδείξω την ειλικρίνειά μου: Ορκίζομαι στο όνομα του Θεού / της Παναγίας / στην ψυχή του πατέρα μου / σε ό,τι αγαπώ. Ορκίσου. - Mα το Θεό. Δεν πρέπει να ορκιζόμαστε χωρίς λόγο. (έκφρ.) ορκίζομαι στο όνομα κάποιου, τον θεωρώ πο λύ σπουδαίο, έντιμο κτλ.: Tόσο πολύ την αγαπάει· ορκίζεται στο όνομά της. β. εκφωνώ επίσημο όρκο: Ορκίστηκαν οι νεοσύλλεκτοι. Ο μάρτυρας ορκίστηκε βάζοντας το χέρι επάνω στο ευαγγέλιο. Οι νέοι υπουργοί θα ορκιστούν μεθαύριο ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback