οργανώνω  Verb  [organono, orranono, organwnw]

Ähnliche Bedeutung wie οργανώνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze οργανώνω

... την αναδιανομή προϊόντων και υπηρεσιών στα όρια του βασιλείου του, να οργανώνει πλούσια συμπόσια με πάνδημη συμμετοχή και να εξασφαλίζει την εύνοια των ...

... ποδοσφαιρικές διοργανώσεις είναι τα πρωταθλήματα των συνομοσπονδιών, τα οποία οργανώνονται από κάθε συνομοσπονδία και συμμετέχουν οι εθνικές ομάδες των μελών τους ...

... μουσική, χορό και ανάγνωση λογοτεχνικών έργων. Κάποες φορές και οι πληβείοι οργάνωναν ανάλογες γιορτές, αν και το δείπνο για ψυχαγωγία συνήθως σήμαινε επίσκεψη ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze organisieren

... Es geht schon nicht mehr nur um Lobbyingstrategien; von jetzt an organisieren wir unsere Informationskampagnen in einem viel weiteren Rahmen. ...

... Schauen Sie sich zum Beispiel den Satz 922486 an: „Das ist kein Weg, sondern ein Pfad.“ Das ist ein Satz, der viel darüber aussagt, wie verschieden man beim Denken Begriffe organisieren kann. Angehörige vieler Sprachen werden sicherlich sagen: „Aber auch ein Pfad ist eine Art Weg!“, während andere beharrlich entgegnen werden: „Nein, das ist doch etwas völlig anderes!“ ...

... Das Ziel von Google ist es, die Informationen der Welt zu organisieren und für alle zu jeder Zeit zugänglich und nützlich zu machen. Für alle Geheimdienste? ...

Quelle: al_ex_an_der, al_ex_an_der, al_ex_an_der

Grammatik


ΟΡΓΑΝΩΝΩ
I organize
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
οργανώνωοργανώνουμε, οργανώνομεοργανώνομαιοργανωνόμαστε
οργανώνειςοργανώνετεοργανώνεσαιοργανώνεστε, οργανωνόσαστε
οργανώνειοργανώνουν(ε)οργανώνεταιοργανώνονται
Imper
fekt
οργάνωναοργανώναμεοργανωνόμουν(α)οργανωνόμαστε, οργανωνόμασταν
οργάνωνεςοργανώνατεοργανωνόσουν(α)οργανωνόσαστε, οργανωνόσασταν
οργάνωνεοργάνωναν, οργανώναν(ε)οργανωνόταν(ε)οργανώνονταν, οργανωνόντανε, οργανωνόντουσαν
Aoristοργάνωσαοργανώσαμεοργανώθηκαοργανωθήκαμε
οργάνωσεςοργανώσατεοργανώθηκεςοργανωθήκατε
οργάνωσεοργάνωσαν, οργανώσαν(ε)οργανώθηκεοργανώθηκαν, οργανωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω οργανώσει
έχω οργανωμένο
έχουμε οργανώσει
έχουμε οργανωμένο
έχω οργανωθεί
είμαι οργανωμένος, -η
έχουμε οργανωθεί
είμαστε οργανωμένοι, -ες
έχεις οργανώσει
έχεις οργανωμένο
έχετε οργανώσει
έχετε οργανωμένο
έχεις οργανωθεί
είσαι οργανωμένος, -η
έχετε οργανωθεί
είστε οργανωμένοι, -ες
έχει οργανώσει
έχει οργανωμένο
έχουν οργανώσει
έχουν οργανωμένο
έχει οργανωθεί
είναι οργανωμένος, -η, -ο
έχουν οργανωθεί
είναι οργανωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα οργανώσει
είχα οργανωμένο
είχαμε οργανώσει
είχαμε οργανωμένο
είχα οργανωθεί
ήμουν οργανωμένος, -η
είχαμε οργανωθεί
ήμαστε οργανωμένοι, -ες
είχες οργανώσει
είχες οργανωμένο
είχατε οργανώσει
είχατε οργανωμένο
είχες οργανωθεί
ήσουν οργανωμένος, -η
είχατε οργανωθεί
ήσαστε οργανωμένοι, -ες
είχε οργανώσει
είχε οργανωμένο
είχαν οργανώσει
είχαν οργανωμένο
είχε οργανωθεί
ήταν οργανωμένος, -η, -ο
είχαν οργανωθεί
ήταν οργανωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα οργανώνωθα οργανώνουμε, θα οργανώνομεθα οργανώνομαιθα οργανωνόμαστε
θα οργανώνειςθα οργανώνετεθα οργανώνεσαιθα οργανώνεστε, θα οργανωνόσαστε
θα οργανώνειθα οργανώνουν(ε)θα οργανώνεταιθα οργανώνονται
Fut
ur
θα οργανώσωθα οργανώσουμε, θα οργανώσομεθα οργανωθώθα οργανωθούμε
θα οργανώσειςθα οργανώσετεθα οργανωθείςθα οργανωθείτε
θα οργανώσειθα οργανώσουνθα οργανωθείθα οργανωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω οργανώσει
θα έχω οργανωμένο
θα έχουμε οργανώσει
θα έχουμε οργανωμένο
θα έχω οργανωθεί
θα είμαι οργανωμένος, -η
θα έχουμε οργανωθεί
θα είμαστε οργανωμένοι, -ες
θα έχεις οργανώσει
θα έχεις οργανωμένο
θα έχετε οργανώσει
θα έχετε οργανωμένο
θα έχεις οργανωθεί
θα είσαι οργανωμένος, -η
θα έχετε οργανωθεί
θα είστε οργανωμένοι, -ες
θα έχει οργανώσει
θα έχει οργανωμένο
θα έχουν οργανώσει
θα έχουν οργανωμένο
θα έχει οργανωθεί
θα είναι οργανωμένος, -η, -ο
θα έχουν οργανωθεί
θα είναι οργανωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να οργανώνωνα οργανώνουμε, να οργανώνομενα οργανώνομαινα οργανωνόμαστε
να οργανώνειςνα οργανώνετενα οργανώνεσαινα οργανώνεστε, να οργανωνόσαστε
να οργανώνεινα οργανώνουν(ε)να οργανώνεταινα οργανώνονται
Aoristνα οργανώσωνα οργανώσουμε, να οργανώσομενα οργανωθώνα οργανωθούμε
να οργανώσειςνα οργανώσετενα οργανωθείςνα οργανωθείτε
να οργανώσεινα οργανώσουν(ε)να οργανωθείνα οργανωθούν(ε)
Perfνα έχω οργανώσει
να έχω οργανωμένο
να έχουμε οργανώσει
να έχουμε οργανωμένο
να έχω οργανωθεί
να είμαι οργανωμένος, -η
να έχουμε οργανωθεί
να είμαστε οργανωμένοι, -ες
να έχεις οργανώσει
να έχεις οργανωμένο
να έχετε οργανώσει
να έχετε οργανωμένο
να έχεις οργανωθεί
να είσαι οργανωμένος, -η
να έχετε οργανωθεί
να είστε οργανωμένοι, -ες
να έχει οργανώσει
να έχει οργανωμένο
να έχουν οργανώσει
να έχουν οργανωμένο
να έχει οργανωθεί
να είναι οργανωμένος, -η, -ο
να έχουν οργανωθεί
να είναι οργανωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presοργάνωνεοργανώνετεοργανώνεστε
Aoristοργάνωσεοργανώστε, οργανώσετεοργανώσουοργανωθείτε
Part
izip
Presοργανώνοντας
Perfέχοντας οργανώσει, έχοντας οργανωμένοοργανωμένος, -η, -οοργανωμένοι, -ες, -α
InfinAoristοργανώσειοργανωθεί




Griechische Definition zu οργανώνω

οργανώνω [orγanóno] -ομαι μππ. οργανωμένος* : 1α. διαμορφώνω και διευθετώ τα τμήματα ενός συνόλου προσώπων, πραγμάτων, δραστηριοτήτων κτλ., έτσι ώστε αυτό να λειτουργεί αποτελεσματικά: οργανώνω το στρατό / τη δημόσια διοίκηση ενός κράτους. οργανώνω την εργασία / την παραγωγή / τις μεταφορές μιας χώρας. οργανώνω τον ελεύθερο χρόνο μου. || Aπαγορεύτηκε στη νικημένη Γερμανία να οργανώσει στρατό. β. συστηματοποιώ κτ. δίνοντάς του λογική συνοχή: οργανώνω τις σκέψεις μου. Δεν μπορεί να οργανώσει σωστά το λόγο του. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu οργανώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15