ονομάζω  Verb  [onomazo, onomazw]

Ähnliche Bedeutung wie ονομάζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ονομάζω

... ανάγνωση και γραφή από τους γονείς τους ή από μορφωμένους σκλάβους, που ονομάζονταν «παιδαγωγοί» και που συνήθως ήταν ελληνικής καταγωγής. Πρωταρχικός ...

... οποία ορίζει κάθε γραμμή. Οι δύο μακρύτερες πλευρές του παραλληλογράμμου ονομάζονται πλάγιες γραμμές και οι δύο στενότερες γραμμές τέρματος. Για διεθνείς ...

... ανάγνωση και γραφή από τους γονείς τους ή από μορφωμένους σκλάβους, που ονομάζονταν «παιδαγωγοί» και που συνήθως ήταν ελληνικής καταγωγής. Πρωταρχικός ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze nennen

... Aber seine Freunde nennen ihn Ken. ...

... Wir nennen unseren Hund Pochi. ...

... Meine Freunde nennen mich Beth. ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, MUIRIEL

Grammatik


ΟΝΟΜΑΖΩ
I name
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ονομάζωονομάζουμε, ονομάζομεονομάζομαιονομαζόμαστε
ονομάζειςονομάζετεονομάζεσαιονομάζεστε, ονομαζόσαστε
ονομάζειονομάζουν(ε)ονομάζεταιονομάζονται
Imper
fekt
ονόμαζαονομάζαμεονομαζόμουν(α)ονομαζόμαστε, ονομαζόμασταν
ονόμαζεςονομάζατεονομαζόσουν(α)ονομαζόσαστε, ονομαζόσασταν
ονόμαζεονόμαζαν, ονομάζαν(ε)ονομαζόταν(ε)ονομάζονταν, ονομαζόντανε, ονομαζόντουσαν
Aoristονόμασαονομάσαμεονομάστηκαονομαστήκαμε
ονόμασεςονομάσατεονομάστηκεςονομαστήκατε
ονόμασεονόμασαν, ονομάσαν(ε)ονομάστηκεονομάστηκαν, ονομαστήκαν(ε)
Per
fect
έχω ονομάσει
έχω ονομασμένο
έχουμε ονομάσει
έχουμε ονομασμένο
έχω ονομαστεί
είμαι ονομασμένος, -η
έχουμε ονομαστεί
είμαστε ονομασμένοι, -ες
έχεις ονομάσει
έχεις ονομασμένο
έχετε ονομάσει
έχετε ονομασμένο
έχεις ονομαστεί
είσαι ονομασμένος, -η
έχετε ονομαστεί
είστε ονομασμένοι, -ες
έχει ονομάσει
έχει ονομασμένο
έχουν ονομάσει
έχουν ονομασμένο
έχει ονομαστεί
είναι ονομασμένος, -η, -ο
έχουν ονομαστεί
είναι ονομασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ονομάσει
είχα ονομασμένο
είχαμε ονομάσει
είχαμε ονομσμένο
είχα ονομαστεί
ήμουν ονομασμένος, -η
είχαμε ονομαστεί
ήμαστε ονομασμένοι, -ες
είχες ονομάσει
είχες ονομασμένο
είχατε ονομάσει
είχατε ονομασμένο
είχες ονομαστεί
ήσουν ονομασμένος, -η
είχατε ονομαστεί
ήσαστε ονομασμένοι, -ες
είχε ονομάσει
είχε ονομασμένο
είχαν ονομάσει
είχαν ονομασμένο
είχε ονομαστεί
ήταν ονομασμένος, -η, -ο
είχαν ονομαστεί
ήταν ονομασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ονομάζωθα ονομάζουμε, θα ονομάζομεθα ονομάζομαιθα ονομαζόμαστε
θα ονομάζειςθα ονομάζετεθα ονομάζεσαιθα ονομάζεστε, θα ονομαζόσαστε
θα ονομάζειθα ονομάζουν(ε)θα ονομάζεταιθα ονομάζονται
Fut
ur
θα ονομάσωθα ονομάσουμε, θα ονομάζομεθα ονομαστώθα ονομαστούμε
θα ονομάσειςθα ονομάσετεθα ονομαστείςθα ονομαστείτε
θα ονομάσειθα ονομάσουν(ε)θα ονομαστείθα ονομαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ονομάσει
θα έχω ονομασμένο
θα έχουμε ονομάσει
θα έχουμε ονομασμένο
θα έχω ονομαστεί
θα είμαι ονομασμένος, -η
θα έχουμε ονομαστεί
θα είμαστε ονομασμένοι, -ες
θα έχεις ονομάσει
θα έχεις ονομασμένο
θα έχετε ονομάσει
θα έχετε ονομασμένο
θα έχεις ονομαστεί
θα είσαι ονομασμένος, -η
θα έχετε ονομαστεί
θα είστε ονομασμένοι, -ες
θα έχει ονομάσει
θα έχει ονομασμένο
θα έχουν ονομάσει
θα έχουν ονομασμένο
θα έχει ονομαστεί
θα είναι ονομασμένος, -η, -ο
θα έχουν ονομαστεί
θα είναι ονομασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ονομάζωνα ονομάζουμε, να ονομάζομενα ονομάζομαινα ονομαζόμαστε
να ονομάζειςνα ονομάζετενα ονομάζεσαινα ονομάζεστε, να ονομαζόσαστε
να ονομάζεινα ονομάζουν(ε)να ονομάζεταινα ονομάζονται
Aoristνα ονομάσωνα ονομάσουμε, να ονομάσομενα ονομαστώνα ονομαστούμε
να ονομάσειςνα ονομάσετενα ονομαστείςνα ονομαστείτε
να ονομάσεινα ονομάσουν(ε)να ονομαστείνα ονομαστούν(ε)
Perfνα έχω ονομάσει
να έχω ονομασμένο
να έχουμε ονομάσει
να έχουμε ονομασμένο
να έχω ονομαστεί
να είμαι ονομασμένος, -η
να έχουμε ονομαστεί
να είμαστε ονομασμένοι, -ες
να έχεις ονομάσει
να έχεις ονομασμένο
να έχετε ονομάσει
να έχετε ονομασμένο
να έχεις ονομαστεί
να είσαι ονομασμένος, -η
να έχετε ονομαστεί
να είστε ονομασμένοι, -ες
να έχει ονομάσει
να έχει ονομασμένο
να έχουν ονομάσει
να έχουν ονομασμένο
να έχει ονομαστεί
να είναι ονομασμένος, -η, -ο
να έχουν ονομαστεί
να είναι ονομασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presονόμαζεονομάζετεονομάζεστε
Aoristονόμασεονομάστεονομάσουονομαστείτε
Part
izip
Presονομάζονταςονομαζόμενος
Perfέχοντας ονομάσει, έχοντας ονομασμένοονομασμένος, -η, -οονομασμένοι, -ες, -α
InfinAoristονομάσειονομαστεί



Person Wortform
Präsens ich nenne
du nennst
er, sie, es nennt
Präteritum ich nannte
Konjunktiv II ich nennte
Imperativ Singular nenn!
nenne!
Plural nennt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
genannt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:nennen


Griechische Definition zu ονομάζω

ονομάζω [onomázo] -ομαι : 1α. δίνω ένα όνομα σε κπ. ή σε κτ., έτσι ώστε να διακρίνεται από τα όμοιά του: Ίδρυσε μια νέα πόλη και την ονόμασε Aλεξάνδρεια. || (για πρόσ.): Πώς το ονόμασαν το παιδί; Ο Σαούλ βαφτίστηκε και ονομάστηκε Παύλος. Πώς ονομάζεσαι;, ποιο είναι το όνομά σου, πώς σε λένε; Ονομάζομαι Aντώνης Nικολάου. || (για ζώο): Tο γάτο μας τον ονομάσαμε Φιντέλ. β. χαρακτηρίζω κτ. με συγκεκριμένη ονομασία που βασίζεται στις ιδιότητές του: Kυκλικές οργανικές ενώσεις ονομάζονται οι χημικές ενώσεις που… [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ονομάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15