ολίγος Adj.  [oligos, oliros]

  Adj.
(7)

Etymologie zu ολίγος

ολίγος (λόγιο) altgriechisch ὀλίγος


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
ολιγοστοιχείο

Grammatik

Noch keine Grammatik zu ολίγος.



Griechische Definition zu ολίγος

ολίγος, επίθ.· αλίγος· ελίγος· ελλίγος· λίγος· 'λιγός· 'λίος· 'λιος· 'λλίγος· 'λλίος· όλιγος· ολιγός· ολλίγος· υπερθ. λιγότατος· ολιγότατος.

1)
α) Που υφίσταται σε μικρή ποσότητα, λίγος:
(Προδρ. IV 599
γιατρικό λίγο (Πανώρ. Ά 150
ελίγον κέρδος (Αχέλ. 1057
β) (μεταφ.):
'λλίγην 'λεμοσύνην (Κυπρ. ερωτ. 298· Ερωτόκρ. Ά 1122).
2)
α) Που υφίσταται σε περιορισμένο αριθμό:
τρίχας ολιγάς (Λόγ. παρηγ. O 568
πράγματα ολιγά (Σπαν. (Ζώρ.) V 103
η χαρά μου 'λλίους μήνες και πολλούς τα κλάματά μου (Κυπρ. ερωτ. 1267
β) (ως ουσ.):
ολιγοί μέλλουν στραφήναι εις τας χώρας τας ιδίας (Ερμον. Η 226· Φαλιέρ., Ιστ. 190
γ) που αριθμεί λίγα μέλη, ολιγάριθμος:
όχι από τη πληθότητά σας … εδιάλεξεν (ενν. ο Κύριος) εις εσάς, ότι εσείς το ολιγότερο από τα έθνη (Πεντ. Δευτ. VII 7
φουσσάτο … ολίγον (Χρον. Τόκκων 505).
3) (Προκ. για χρον. διάστημα) που έχει μικρή διάρκεια, σύντομος:
την 'λλίγην την ζωήν με δίχα κλάμαν να την περάσω (Κυπρ. ερωτ. 1365· Λίβ. Sc. 152).
4) (Προκ. για τοπ. έκταση, απόσταση) μικρός:
(Ροδινός 107), (Τζάνε, Κατάν. 16).
5)
α) (Προκ. για μέγεθος) μικρός:
(Προδρ. IV 652
β) (προκ. για κείμενο, ομιλία) σύντομος:
ολίγον καταλόγιν (Περί ξεν. 3· Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι I 3).
6) (Στο συγκρ., προκ. για ηλικία) μικρότερος:
γυναίκα … εις τους χρόνους ολιγότερη από τους εικοσιπέντε (Νομοκριτ. 68).
7)
α) (Προκ. για ένταση) αδύναμος, ασθενής:
(Πιστ. βοσκ. V 5, 423
Το πλήθος δεν με θέλει ηκούγει από την ολίγην φωνήν (Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 157v
β) (προκ. για συναισθήματα):
να μηδέν η αγάπη σου λιγότερή μοι γένει (Πόλ. Τρωάδ. 5795
γ) (προκ. για την ψυχή):
(Καρτάν, Π. Ν. Διαθ. φ. 241v).
8)
α) (Προκ. για ποιότητα ή αξία) μικρός, ασήμαντος, μηδαμινός:
προτέρημαν ολίγον (Σπαν. Α 486· Ευγέν. 509
β) (για πρόσωπο) ανίκανος, ανεπιτήδειος (σε κ.):
ολίγος εις την γνώσιν (Συναδ. φ. 25r).
9) Ανεπαρκής:
φύλαξιν είχαν (ενν. οι Αλβανίται) ολιγήν και βίγλα ουδέ όλως (Χρον. Τόκκων 792· Ερωφ. Γ́ 290).
10) (Ως σύστ. αντικ.):
εποίκεν και ο ρε Ζακ ολλίγον και ο ρε Τζενίος ολλίον (Μαχ. 59030).
11) (Με την αντων. τίποτις για να δηλωθεί κάτι το ελάχιστο):
Μαγάρι ας εύρομε για 'δά τίποτις λίγο μίσσο (Φαλιέρ., Ιστ. 389
έκφρ. ολίγον τίποτε περισσότερον = κάτι παραπάνω:
(Σοφιαν., Παιδαγ. 102).
12) (Με το αρνητ. μόρ. ουκ για να δηλωθεί αρκετός, σημαντικός αριθμός, ποσότητα, χρόνος, κλπ.)
(Πουλολ. 552
Γέγονε δε αργία ουκ ολίγη (Έκθ. χρον. 7625).
Εκφρ.
1) Εν ολίγῳ =
(α) σε μικρό χρονικό διάστημα, σύντομα:
(Έκθ. χρον. 7516
(β) περιληπτικά, με λίγα λόγια:
(Ψευδο-Σφρ.18820).
2) 'Λίος λαός, βλ. λαός (I) 3β έκφρ. (1).
Το αρσ. ως ουσ. = (προκ. για εβραϊκή φυλή)
α) αυτή που αριθμεί λίγα μέλη
(Πεντ. Αρ. XXXIII 54
β) αυτή που έχει μικρή ιδιοκτησία:
τα κράτη … από το πολύ να πληθύνετε και από τον ολίγο να ολιγοστέψετε (Πεντ. Αρ. XXXV 8).
Το ουδ. ως ουσ. =
1) Μικρή ποσότητα:
(Σπαν. (Ζώρ.) V 16
το λίγο εγίνηκε πολύ (Ερωτόκρ. Ά 101).
2) (Περιληπτ. προκ. για ολιγομελείς εβραϊκές φυλές):
(Πεντ. Αρ. XXVI 56).
3) (Ο συγκρ. επιρρ.) τουλάχιστον: Κρασοπ. B 74·
αν δεν είναι εις όλον, το ολιγότερον εις μέρος (Μπερτολδίνος 91).
[αρχ. επίθ. ολίγος. Ο τ. ελίκαι σήμ. ποντ. Ο τ. λίγ‑ στο Βλάχ. και σήμ. Ο υπερθ. λιγότατος στο Somav. και ολιγότατος στο Βλάχ. (‑γω‑). Ο τ. 'λλίος σήμ. ιδιωμ. Ο τ. ολλίγος στο Meursius. Η λ. και σήμ. ποντ.]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback