ξυπνώ  Verb  [ksipno, ksypnw]

Ähnliche Bedeutung wie ξυπνώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ξυπνώ

... διαγωνιστικό μέρος του Φεστιβάλ των Καννών. Κυριακάτικο ξύπνημα στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος Κυριακάτικο ξύπνημα στο Cine.gr  Αυτό το λήμμα σχετικό με τον κινηματογράφο ...

... Το ψεύτικο ξύπνημα είναι μια κατάσταση στην οποία κάποιος ονειρεύεται πως έχει ξυπνήσει. Αυτή η παραίσθηση είναι πολύ έντονη και πολύ πειστική σε αυτόν ...

... Το ξύπνημα της άνοιξης είναι ελληνική ταινία του 2015 σε σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Γιάνναρη. Κέρδισε το Βραβείο Κοινού στο 56ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze aufwachen

... Die Mathematik ist der Teil der Wissenschaft, den man weiter betreiben könnte, wenn man morgen aufwachen würde und entdecken würde, dass das Universum weg ist. ...

... "Wenn du müde bist, wieso gehst du nicht schlafen?" "Weil ich zu früh aufwachen werde, wenn ich jetzt schlafen gehe." ...

... Die Ärzte sagen dir, dass dein Bruder nie mehr aufwachen wird. ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, Manfredo

Grammatik


ΞΥΠΝΩ
I wake up
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ξυπνάω, ξυπνώξυπνάμε, ξυπνούμε
ξυπνάςξυπνάτε
ξυπνάει, ξυπνάξυπνάν(ε), ξυπνούν(ε)
Imper
fekt
ξυπνούσα, ξύπναγαξυπνούσαμε, ξυπνάγαμε
ξυπνούσες, ξύπναγεςξυπνούσατε, ξυπνάγατε
ξυπνούσε, ξύπναγεξυπνούσαν(ε), ξύπναγαν, ξυπνάγανε
Aoristξύπνησαξυπνήσαμε
ξύπνησεςξυπνήσατε
ξύπνησεξύπνησαν, ξυπνήσαν(ε)
Perf
ekt
έχω ξυπνήσειέχουμε ξυπνήσει
έχεις ξυπνήσειέχετε ξυπνήσει
έχει ξυπνήσειέχουν ξυπνήσει
Plu
perf
ekt
είχα ξυπνήσειείχαμε ξυπνήσει
είχες ξυπνήσειείχατε ξυπνήσει
είχε ξυπνήσειείχαν ξυπνήσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ξυπνάω, θα ξυπνώθα ξυπνάμε, θα ξυπνούμε
θα ξυπνάςθα ξυπνάτε
θα ξυπνάει, θα ξυπνάθα ξυπνάν(ε), θα ξυπνούν(ε)
Fut
ur
θα ξυπνήσωθα ξυπνήσουμε, θα ξυπνήσομε
θα ξυπνήσειςθα ξυπνήσετε
θα ξυπνήσειθα ξυπνήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ξυπνήσειθα έχουμε ξυπνήσει
θα έχεις ξυπνήσειθα έχετε ξυπνήσει
θα έχει ξυπνήσειθα έχουν ξυπνήσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ξυπνάω, να ξυπνώνα ξυπνάμε, να ξυπνούμε
να ξυπνάςνα ξυπνάτε
να ξυπνάει, να ξυπνάνα ξυπνάν(ε), να ξυπνούν(ε)
Aoristνα ξυπνήσωνα ξυπνήσουμε, να ξυπνήσομε
να ξυπνήσειςνα ξυπνήσετε
να ξυπνήσεινα ξυπνήσουν(ε)
Perfνα έχω ξυπνήσεινα έχουμε ξυπνήσει
να έχεις ξυπνήσεινα έχετε ξυπνήσει
να έχει ξυπνήσεινα έχουν ξυπνήσει
Imper
ativ
Presξύπνα, ξύπναγεξυπνάτε
Aoristξύπνησε, ξύπναξυπνήστε
Part
izip
Presξυπνώντας
Perfέχοντας ξυπνήσει
InfinAoristξυπνήσει




Griechische Definition zu ξυπνώ

ξυπνώ [ksipnó] & -άω .1α : 1α.επανέρχομαι από την κατάσταση του ύπνου στην κατάσταση της εγρήγορσης, σηκώνομαι από τον ύπνο· αφυπνίζομαι: Tι ώρα ξυπνάς συνήθως; Έχει πολύ ελαφρό ύπνο· ξυπνάει με τον παραμικρό θόρυβο. Δεν πρόλαβα να ξυπνήσω και…· ΣYN ΦΡ να ανοίξω τα μάτια μου. (έκφρ.) κοιμήθηκε πλούσιος και ξύπνησε φτωχός ή κοιμήθηκε φτωχός και ξύπνησε πλούσιος, για απότομη και απρόσμενη μεταβολή μιας κατάστασης από το καλύτερο στο χειρότερο ή το αντίθετο. ξυπνά ο κοιμισμένος γίγαντας*. || Σιγά σιγά η πόλη άρχισε να ξυπνάει, άρχισε η κίνηση στους δρόμους. || ανακτώ τη συνείδησή μου ύστερα από νάρκωση: Ξύπνησε ο άρρωστος; β. διακόπτω τον ύπνο κάποιου, τον επαναφέρω από την κατάσταση του ύπνου στην κατάσταση της εγρήγορσης: Σιγά, θα μου ξυπνήσεις το μωρό! Tι ώρα να σε ξυπνήσω; Mας ξύπνησε το τηλέφωνο. Mε ξύπνησε απότομα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ξυπνώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15