ξεπετώ  Verb  [ksepeto, ksepetw]

Ähnliche Bedeutung wie ξεπετώ

Noch keine Synonyme


Griechische Definition zu ξεπετώ

ξεπετώ [ksepetó] -ιέμαι & ξεπετάγομαι [ksepetáγome] Ρ3β : 1.(οικ.) α. για μωρό που πέρασε την πρώτη βρεφική ή νηπιακή ηλικία, που έγινε παιδάκι: Tο μωρό ξεπετάχτηκε πια. Kουράστηκε πολύ για να ξεπετάξει τα παιδιά της. || για φυτό που άρχισε να αναπτύσσεται: Ξεπετάχτηκαν τα στάρια. β. τελειώνω κτ. πολύ γρήγορα: Ξεπετάει ένα πλεχτό σε λίγες μέρες. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ξεπετώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15