ξαφνιάζω  Verb  [ksafniazo, ksafniazw]

Ähnliche Bedeutung wie ξαφνιάζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ξαφνιάζω

... Γρηγοριανό Hμερολόγιο Ιανουάριος - Ο βασιλιάς Αλφρέδος του Ουέσσεξ ξαφνιάζεται από επίθεση των Βίκινγκ στο Τσίπεναμ. Αναγκάζεται για ασφάλεια να διαφύγει ...

... Κλεφτογιάννη(11/12/2009)Στάθης Λιβαθινός"Είμαι πια ένας πλανόδιος" «Θέλω να ξαφνιάζω το κοινό κάθε φορά», συνέντευξη στον ιστότοπο της εφημερίδας «Η Καθημερινή» ...

... Ελίζαμπεθ συνεχίζει να του υπενοικιάζει το δωμάτιο. Η παρέα, ενώ στην αρχή ξαφνιάζεται, στη συνέχεια θεωρεί πως είναι έξυπνη η κίνηση της Ελίζαμπεθ, καθώς οι ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze bestürzen

... Die inzwischen vor dem Krankenhaus versammelte Menschenmenge nimmt mit Bestürzen zur Kenntnis, dass Archibald durch Polizisten erschossen werden sollte ...

... Joseph, das Leben. Der lang ersehnte Stammhalter starb jedoch zum großen Bestürzen der Eltern einen Tag nach seiner Geburt am 29. Juni 1761. Das Ehepaar ...

... der Konferenz im Fernsehen und geht zu seinem Vater, der ihm zu seinem Bestürzen zeigt, dass er der schwarze Bogenschütze ist. Mit der telefonischen Hilfe ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΞΑΦΝΙΑΖΩ
I scare
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ξαφνιάζωξαφνιάζουμε, ξαφνιάζομεξαφνιάζομαιξαφνιαζόμαστε
ξαφνιάζειςξαφνιάζετεξαφνιάζεσαιξαφνιάζεστε, ξαφνιαζόσαστε
ξαφνιάζειξαφνιάζουν(ε)ξαφνιάζεταιξαφνιάζονται
Imper
fekt
ξάφνιαζαξαφνιάζαμεξαφνιαζόμουν(α)ξαφνιαζόμαστε, ξαφνιαζόμασταν
ξάφνιαζεςξαφνιάζατεξαφνιαζόσουν(α)ξαφνιαζόσαστε, ξαφνιαζόσασταν
ξάφνιαζεξάφνιαζαν, ξαφνιάζαν(ε)ξαφνιαζόταν(ε)ξαφνιάζονταν, ξαφνιαζόντανε, ξαφνιαζόντουσαν
Aoristξάφνιασαξαφνιάσαμεξαφνιάστηκαξαφνιαστήκαμε
ξάφνιασεςξαφνιάσατεξαφνιάστηκεςξαφνιαστήκατε
ξάφνιασεξάφνιασαν, ξαφνιάσαν(ε)ξαφνιάστηκεξαφνιάστηκαν, ξαφνιαστήκαν(ε)
Per
fect
έχω ξαφνιάσει
έχω ξαφνιασμένο
έχουμε ξαφνιάσει
έχουμε ξαφνιασμένο
έχω ξαφνιαστεί
είμαι ξαφνιασμένος, -η
έχουμε ξαφνιαστεί
είμαστε ξαφνιασμένοι, -ες
έχεις ξαφνιάσει
έχεις ξαφνιασμένο
έχετε ξαφνιάσει
έχετε ξαφνιασμένο
έχεις ξαφνιαστεί
είσαι ξαφνιασμένος, -η
έχετε ξαφνιαστεί
είστε ξαφνιασμένοι, -ες
έχει ξαφνιάσει
έχει ξαφνιασμένο
έχουν ξαφνιάσει
έχουν ξαφνιασμένο
έχει ξαφνιαστεί
είναι ξαφνιασμένος, -η, -ο
έχουν ξαφνιαστεί
είναι ξαφνιασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ξαφνιάσει
είχα ξαφνιασμένο
είχαμε ξαφνιάσει
είχαμε ξαφνισμένο
είχα ξαφνιαστεί
ήμουν ξαφνιασμένος, -η
είχαμε ξαφνιαστεί
ήμαστε ξαφνιασμένοι, -ες
είχες ξαφνιάσει
είχες ξαφνιασμένο
είχατε ξαφνιάσει
είχατε ξαφνιασμένο
είχες ξαφνιαστεί
ήσουν ξαφνιασμένος, -η
είχατε ξαφνιαστεί
ήσαστε ξαφνιασμένοι, -ες
είχε ξαφνιάσει
είχε ξαφνιασμένο
είχαν ξαφνιάσει
είχαν ξαφνιασμένο
είχε ξαφνιαστεί
ήταν ξαφνιασμένος, -η, -ο
είχαν ξαφνιαστεί
ήταν ξαφνιασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ξαφνιάζωθα ξαφνιάζουμε, θα ξαφνιάζομεθα ξαφνιάζομαιθα ξαφνιαζόμαστε
θα ξαφνιάζειςθα ξαφνιάζετεθα ξαφνιάζεσαιθα ξαφνιάζεστε, θα ξαφνιαζόσαστε
θα ξαφνιάζειθα ξαφνιάζουν(ε)θα ξαφνιάζεταιθα ξαφνιάζονται
Fut
ur
θα ξαφνιάσωθα ξαφνιάσουμε, θα ξαφνιάζομεθα ξαφνιαστώθα ξαφνιαστούμε
θα ξαφνιάσειςθα ξαφνιάσετεθα ξαφνιαστείςθα ξαφνιαστείτε
θα ξαφνιάσειθα ξαφνιάσουν(ε)θα ξαφνιαστείθα ξαφνιαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ξαφνιάσει
θα έχω ξαφνιασμένο
θα έχουμε ξαφνιάσει
θα έχουμε ξαφνιασμένο
θα έχω ξαφνιαστεί
θα είμαι ξαφνιασμένος, -η
θα έχουμε ξαφνιαστεί
θα είμαστε ξαφνιασμένοι, -ες
θα έχεις ξαφνιάσει
θα έχεις ξαφνιασμένο
θα έχετε ξαφνιάσει
θα έχετε ξαφνιασμένο
θα έχεις ξαφνιαστεί
θα είσαι ξαφνιασμένος, -η
θα έχετε ξαφνιαστεί
θα είστε ξαφνιασμένοι, -ες
θα έχει ξαφνιάσει
θα έχει ξαφνιασμένο
θα έχουν ξαφνιάσει
θα έχουν ξαφνιασμένο
θα έχει ξαφνιαστεί
θα είναι ξαφνιασμένος, -η, -ο
θα έχουν ξαφνιαστεί
θα είναι ξαφνιασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ξαφνιάζωνα ξαφνιάζουμε, να ξαφνιάζομενα ξαφνιάζομαινα ξαφνιαζόμαστε
να ξαφνιάζειςνα ξαφνιάζετενα ξαφνιάζεσαινα ξαφνιάζεστε, να ξαφνιαζόσαστε
να ξαφνιάζεινα ξαφνιάζουν(ε)να ξαφνιάζεταινα ξαφνιάζονται
Aoristνα ξαφνιάσωνα ξαφνιάσουμε, να ξαφνιάσομενα ξαφνιαστώνα ξαφνιαστούμε
να ξαφνιάσειςνα ξαφνιάσετενα ξαφνιαστείςνα ξαφνιαστείτε
να ξαφνιάσεινα ξαφνιάσουν(ε)να ξαφνιαστείνα ξαφνιαστούν(ε)
Perfνα έχω ξαφνιάσει
να έχω ξαφνιασμένο
να έχουμε ξαφνιάσει
να έχουμε ξαφνιασμένο
να έχω ξαφνιαστεί
να είμαι ξαφνιασμένος, -η
να έχουμε ξαφνιαστεί
να είμαστε ξαφνιασμένοι, -ες
να έχεις ξαφνιάσει
να έχεις ξαφνιασμένο
να έχετε ξαφνιάσει
να έχετε ξαφνιασμένο
να έχεις ξαφνιαστεί
να είσαι ξαφνιασμένος, -η
να έχετε ξαφνιαστεί
να είστε ξαφνιασμένοι, -ες
να έχει ξαφνιάσει
να έχει ξαφνιασμένο
να έχουν ξαφνιάσει
να έχουν ξαφνιασμένο
να έχει ξαφνιαστεί
να είναι ξαφνιασμένος, -η, -ο
να έχουν ξαφνιαστεί
να είναι ξαφνιασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presξάφνιαζεξαφνιάζετεξαφνιάζεστε
Aoristξάφνιασεξαφνιάστεξαφνιάσουξαφνιαστείτε
Part
izip
Presξαφνιάζονταςξαφνιαζόμενος
Perfέχοντας ξαφνιάσει, έχοντας ξαφνιασμένοξαφνιασμένος, -η, -οξαφνιασμένοι, -ες, -α
InfinAoristξαφνιάσειξαφνιαστεί








Griechische Definition zu ξαφνιάζω

ξαφνιάζω [ksafnázo] -ομαι : 1.τρομάζω ή ταράζω κπ. με την ξαφνική μου εμφάνιση ή με κτ. απροσδόκητο (θόρυβο, φωνή κτλ.): Mας ξάφνιασες καημένε! Tον είδα και ξαφνιάστηκα. Πετάχτηκε επάνω ξαφνιασμένος και έτρεξε στο παράθυρο. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ξαφνιάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15