ντρέπομαι  Verb  [ntrepome, ntrepomai]

Ähnliche Bedeutung wie ντρέπομαι

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ντρέπομαι

... Μεγάλες Αγάπες 2006 - Μαχαίρι 2013 - Στα Σινεμά 2013 - Ενοικιάζεται 2014 - Ντρέπομαι 2016 - Είναι Η Ώρα Της Αλήθειας 2016 - Ήρθαν Τα Χριστούγεννα 2016 - Φίλα ...

... catid=26519&subid=2&pubid=299359. Ανακτήθηκε στις 5-8-2013.  Κωνσταντίνος Λούλης: Γιατί ντρέπομαι που είμαι Ελληνας, συνέντευξη στο Δ. Μαρκόπουλο, δημοσιεύτηκε στο protothema ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze sich schämen

... Ich denke nicht, dass man sich schämen muss, arm zu sein. ...

... All dies ist schon so lange her, dass sich schämen sollte, wer darüber spricht. ...

... Tom hat nichts getan, dessen er sich schämen müsste. ...

Quelle: Manfredo, al_ex_an_der, Pfirsichbaeumchen

Grammatik



ntropiazo">ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ
I am ashamed
Middle
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ντρέπομαιντρεπόμαστε
ντρέπεσαιντρέπεστε, ντρεπόσαστε
ντρέπεταιντρέπονται
Imper
fekt
ντρεπόμουν(α)ντρεπόμαστε, ντρεπόμασταν
ντρεπόσουν(α)ντρεπόσαστε, ντρεπόσασταν
ντρεπόταν(ε)ντρέπονταν, ντρεπόντανε, ντρεπόντουσαν
Aoristντράπηκαντραπήκαμε
ντράπηκεςντραπήκατε
ντράπηκεεντράπηκαν, ντραπήκαν(ε)
Per
fect
έχω ντραπείέχουμε ντραπεί
έχεις ντραπείέχετε ντραπεί
έχει ντραπείέχουν ντραπεί
Plu
per
fect
είχα ντραπείείχαμε ντραπεί
είχες ντραπείείχατε ντραπεί
είχε ντραπείείχαν ντραπεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ντρέπομαιθα ντρεπόμαστε
θα ντρέπεσαιθα ντρέπεστε, θα ντρεπόσαστε
θα ντρέπεταιθα ντρέπονται
Fut
ur
θα ντραπώθα ντραπούμε
θα ντραπείςθα ντραπείτε
θα ντραπείθα ντραπούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ντραπείθα έχουμε ντραπεί
θα έχεις ντραπείθα έχετε ντραπεί
θα έχει ντραπείθα έχουν ντραπεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ντρέπομαινα ντρεπόμαστε
να ντρέπεσαινα ντρέπεστε, να ντρεπόσαστε
να ντρέπεταινα ντρέπονται
Aoristνα ντραπώνα ντραπούμε
να ντραπείςνα ντραπείτε
να ντραπείνα ντραπούν(ε)
Perfνα έχω ντραπείνα έχουμε ντραπεί
να έχεις ντραπείνα έχετε ντραπεί
να έχει ντραπείνα έχουν ντραπεί
Imper
ativ
Presντρέπεστε
Aoristντραπείτε
Part
izip
Pres
Perf
InfinAoristντραπεί


Griechische Definition zu ντρέπομαι

ντρέπομαι [drépome] Ρ αόρ. ντράπηκα, απαρέμφ. ντραπεί : 1.αισθάνομαι συστολή και διστάζω να πω ή να κάνω κτ., γιατί φοβάμαι ότι οι άλλοι δε θα το επιδοκιμάσουν, ότι θα το θεωρήσουν ανόητο, γελοίο ή άπρε πο: H μαθήτρια ντρέπεται να μιλήσει μέσα στην τάξη. Mη με ντρέπεσαι, μίλησέ μου ελεύθερα. Nτράπηκε που την είδε γυμνή. Mην ντρέπεσαι να ζητήσεις κι άλλο φαγητό. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ντρέπομαι

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15