νιώθω  Verb  [niotho, niwthw]

Ähnliche Bedeutung wie νιώθω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze νιώθω

... από φυλετικές και θρησκευτικές ιδεολογίες μίσους διέπραξαν τα εγκλήματα νιώθοντας σαδιστική ικανοποίηση. Η ψυχολογία της μάζας προσπάθησε να εξηγήσει τέτοιες ...

... Καρόλ Μπουκέ: Κορίτσι του Μποντ και του Μπουνιουέλ Κάρολ Μπουκέ: «Μαζί σας νιώθω σαν στο σπίτι μου» Καρόλ Μπουκέ: «Εχω μεγάλο πρόβλημα με την πραγματικότητα» ...

... τον προπονητή και τους φιλάθλους, συν τοις άλλοις νιώθω όμως και εγώ αδικημένος." [4] http://www.sport-fm.gr/article/12450 Συνέντευξη διαιτητή Γιώργου ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze unter Schmerzen leiden

... Wörterbuch) unterteilt den Schmerz nach seiner Ätiologie in drei Formen: 1. Nozizeptorenschmerz, 2. Neuropathische Schmerzen, 3. Schmerzen infolge funktioneller ...

... Begrenztheiten, Alter, Krankheit, Tod und Schmerzen.Leid stellt eine menschliche Grunderfahrung dar. Was tatsächlich als Leid empfunden wird, ist immer subjektiv ...

... Züchtung von Tieren die Duldung oder Förderung von Merkmalen, die mit Schmerzen, Leiden, Schäden oder Verhaltensstörungen für die Tiere verbunden sind. ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΝΙΩΘΩ
I feel
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
νιώθωνιώθουμε, νιώθομε
νιώθειςνιώθετε
νιώθεινιώθουν(ε)
Imper
fekt
ένιωθανιώθαμε
ένιωθεςνιώθατε
ένιωθεένιωαθαν, νιώθαν(ε)
Aoristένιωσανιώσαμε
ένιωσεςνιώσατε
ένιωσεένιωσαν, νιώσαν(ε)
Per
fect
έχω νιώσειέχουμε νιώσει
έχεις νιώσειέχετε νιώσει
έχει νιώσειέχουν νιώσει
Plu
per
fect
είχα νιώσειείχαμε νιώσει
είχες νιώσειείχατε νιώσει
είχε νιώσειείχαν νιώσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα νιώθωθα νιώθουμε, θα νιώθομε
θα νιώθειςθα νιώθετε
θα νιώθειθα νιώθουν(ε)
Fut
ur
θα νιώσωθα νιώσουμε, θα νιώσομε
θα νιώσειςθα νιώσετε
θα νιώσειθα νιώσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω νιώσειθα έχουμε νιώσει
θα έχεις νιώσειθα έχετε νιώσει
θα έχει νιώσειθα έχουν νιώσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να νιώθωνα νιώθουμε, να νιώθομε
να νιώθειςνα νιώθετε
να νιώθεινα νιώθουν(ε)
Aoristνα νιώσωνα νιώσουμε, να νιώσομε
να νιώσειςνα νιώσετε
να νιώσεινα νιώσουν(ε)
Perfνα έχω νιώσεινα έχουμε νιώσει
να έχεις νιώσεινα έχετε νιώσει
να έχει νιώσεινα έχουν νιώσει
Imper
ativ
Presνιώθενιώθετε
Aoristνιώσενιώστε
Part
izip
Presνιώθοντας
Perfέχοντας νιώσει
InfinAoristνιώσει








Griechische Definition zu νιώθω

νιώθω [nóθo] Ρ αόρ. ένιωσα, απαρέμφ. νιώσει : I.ΣYN αισθάνομαι. 1α. έχω ένα αίσθημα, δέχομαι ένα εξωτερικό ή εσωτερικό ερέθισμα και αντιδρώ σε αυτό: νιώθω έναν πόνο στο στομάχι. νιώθω την πείνα / το κρύο / το άρωμα των λουλουδιών. Ένιωσε να ζαλίζεται / να πέφτει / τη γη να τρέμει. || νιώθω άρρωστος / καλά / άσχημα. β. για να δηλώσουμε ότι ένα τμήμα ή ένα μέλος του σώματός μας διατηρεί την αισθητικότητά του: Tα πόδια του είναι νεκρά, δεν τα νιώθει καθόλου. || (επέκτ.): Δεν τη νιώθω τη μέση μου / τα πόδια μου (από την κούραση / τον πόνο), είναι μουδιασμένα. γ. διατηρώ, έχω τις αισθήσεις μου: Έπεσε σε κώμα, δε νιώθει πια. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu νιώθω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15