μυρίζω  Verb  [mirizo, myrizw]

Ähnliche Bedeutung wie μυρίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze μυρίζω

... οργανισμός με βάση την εμπειρία του μπορεί να ταυτοποιήσει τι είναι αυτό που μυρίζει, αν είναι κάποιο θήραμα ή κάποιο αρπακτικό που δε βλέπει ή ακούει, αν είναι ...

... γάτα, ένα κανονικό ποντίκι υπονόμου ή ακόμα από ένα σκύλο. Επίσης, δεν μυρίζουν, ούτε κάνουν ακαθαρσίες έξω από το κλουβί. Χωρίς εκπαίδευση ένα χάμστερ ...

... (cadaverine) και πουτρεσκίνης (putrescine). Ορισμένα φυτά και μύκητες μυρίζουν σαν ψοφίμι σε αποσύνθεση και να προσελκύουν έντομα που βοηθούν στην αναπαραγωγή ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze beschnuppern

... Virus mit der Äsung sowie durch direkten Kontakt von Tier zu Tier durch Beschnuppern und Schleimhautkontakt übertragen werden. Im Verlauf eines epidemischen ...

... Widerstandsfähigkeit bleibt der Erreger lange infektiös und wird mittels Beschnuppern oder Belecken kontaminierter Oberflächen von einem neuen Wirt aufgenommen ...

... Ano-Genital-Kontrolle ist die fachliche Bezeichnung für das intime gegenseitige Beschnuppern von Hunden, Ratten, Kaninchen und anderen Tieren in der Anal- und Genitalregion ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΜΥΡΙΖΩ
I smell
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μυρίζωμυρίζουμε, μυρίζομεμυρίζομαιμυριζόμαστε
μυρίζειςμυρίζετεμυρίζεσαιμυρίζεστε, μυριζόσαστε
μυρίζειμυρίζουν(ε)μυρίζεταιμυρίζονται
Imper
fekt
μύριζαμυρίζαμεμυριζόμουν(α)μυριζόμαστε, μυριζόμασταν
μύριζεςμυρίζατεμυριζόσουν(α)μυριζόσαστε, μυριζόσασταν
μύριζεμύριζαν, μυρίζαν(ε)μυριζόταν(ε)μυρίζονταν, μυριζόντανε, μυριζόντουσαν
Aoristμύρισαμυρίσαμεμυρίστηκαμυριστήκαμε
μύρισεςμυρίσατεμυρίστηκεςμυριστήκατε
μύρισεμύρισαν, μυρίσαν(ε)μυρίστηκεμυρίστηκαν, μυριστήκαν(ε)
Per
fect
έχω μυρίσει
έχω μυρισμένο
έχουμε μυρίσει
έχουμε μυρισμένο
έχω μυριστεί
είμαι μυρισμένος, -η
έχουμε μυριστεί
είμαστε μυρισμένοι, -ες
έχεις μυρίσει
έχεις μυρισμένο
έχετε μυρίσει
έχετε μυρισμένο
έχεις μυριστεί
είσαι μυρισμένος, -η
έχετε μυριστεί
είστε μυρισμένοι, -ες
έχει μυρίσει
έχει μυρισμένο
έχουν μυρίσει
έχουν μυρισμένο
έχει μυριστεί
είναι μυρισμένος, -η, -ο
έχουν μυριστεί
είναι μυρισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα μυρίσει
είχα μυρισμένο
είχαμε μυρίσει
είχαμε μυρισμένο
είχα μυριστεί
ήμουν μυρισμένος, -η
είχαμε μυριστεί
ήμαστε μυρισμένοι, -ες
είχες μυρίσει
είχες μυρισμένο
είχατε μυρίσει
είχατε μυρισμένο
είχες μυριστεί
ήσουν μυρισμένος, -η
είχατε μυριστεί
ήσαστε μυρισμένοι, -ες
είχε μυρίσει
είχε μυρισμένο
είχαν μυρίσει
είχαν μυρισμένο
είχε μυριστεί
ήταν μυρισμένος, -η, -ο
είχαν μυριστεί
ήταν μυρισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μυρίζωθα μυρίζουμε, θα μυρίζομεθα μυρίζομαιθα μυριζόμαστε
θα μυρίζειςθα μυρίζετεθα μυρίζεσαιθα μυρίζεστε, θα μυριζόσαστε
θα μυρίζειθα μυρίζουν(ε)θα μυρίζεταιθα μυρίζονται
Fut
ur
θα μυρίσωθα μυρίσουμε, θα μυρίζομεθα μυριστώθα μυριστούμε
θα μυρίσειςθα μυρίσετεθα μυριστείςθα μυριστείτε
θα μυρίσειθα μυρίσουν(ε)θα μυριστείθα μυριστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω μυρίσει
θα έχω μυρισμένο
θα έχουμε μυρίσει
θα έχουμε μυρισμένο
θα έχω μυριστεί
θα είμαι μυρισμένος, -η
θα έχουμε μυριστεί
θα είμαστε μυρισμένοι, -ες
θα έχεις μυρίσει
θα έχεις μυρισμένο
θα έχετε μυρίσει
θα έχετε μυρισμένο
θα έχεις μυριστεί
θα είσαι μυρισμένος, -η
θα έχετε μυριστεί
θα είστε μυρισμένοι, -ες
θα έχει μυρίσει
θα έχει μυρισμένο
θα έχουν μυρίσει
θα έχουν μυρισμένο
θα έχει μυριστεί
θα είναι μυρισμένος, -η, -ο
θα έχουν μυριστεί
θα είναι μυρισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μυρίζωνα μυρίζουμε, να μυρίζομενα μυρίζομαινα μυριζόμαστε
να μυρίζειςνα μυρίζετενα μυρίζεσαινα μυρίζεστε, να μυριζόσαστε
να μυρίζεινα μυρίζουν(ε)να μυρίζεταινα μυρίζονται
Aoristνα μυρίσωνα μυρίσουμε, να μυρίσομενα μυριστώνα μυριστούμε
να μυρίσειςνα μυρίσετενα μυριστείςνα μυριστείτε
να μυρίσεινα μυρίσουν(ε)να μυριστείνα μυριστούν(ε)
Perfνα έχω μυρίσει
να έχω μυρισμένο
να έχουμε μυρίσει
να έχουμε μυρισμένο
να έχω μυριστεί
να είμαι μυρισμένος, -η
να έχουμε μυριστεί
να είμαστε μυρισμένοι, -ες
να έχεις μυρίσει
να έχεις μυρισμένο
να έχετε μυρίσει
να έχετε μυρισμένο
να έχεις μυριστεί
να είσαι μυρισμένος, -η
να έχετε μυριστεί
να είστε μυρισμένοι, -ες
να έχει μυρίσει
να έχει μυρισμένο
να έχουν μυρίσει
να έχουν μυρισμένο
να έχει μυριστεί
να είναι μυρισμένος, -η, -ο
να έχουν μυριστεί
να είναι μυρισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presμύριζεμυρίζετεμυρίζεστε
Aoristμύρισεμυρίστεμυρίσουμυριστείτε
Part
izip
Presμυρίζονταςμυριζόμενος
Perfέχοντας μυρίσει, έχοντας μυρισμένομυρισμένος, -η, -ομυρισμένοι, -ες, -α
InfinAoristμυρίσειμυριστεί










Griechische Definition zu μυρίζω

μυρίζω [mirízo] -ομαι στη σημ. 3 : 1. οσφραίνομαι. α. αντιλαμβάνομαι μια οσμή: Δεν μπορώ να μυρίσω από το πολύ συνάχι. β. μυρίζω κτ. έχοντάς το κοντά στη μύτη μου: μυρίζω ένα λουλούδι. Ο σκύλος μυρίζει το χώμα ψάχνοντας τα ίχνη του θηράματος. ΦΡ μυρίζω τα νύχια / τα δάχτυλά μου, αδυνατώ να μαντέψω κτ. λόγω ελλείψεως των αναγκαίων στοιχείων: Πώς να το ξέρω, τα δάχτυλά μου ήθελες να μυρίσω; [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu μυρίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15