μπλε    [ble, mple]

  • {der}  
    blau (ugs.)
      Adjektiv
    upvotedownvote

Ähnliche Bedeutung wie μπλε


Beispielsätze μπλε

... Τα μπλε τριαντάφυλλα είναι πολύ όμορφα. ...

... Πρότεινε στον πελάτη να αγοράσει μία μπλε γραβάτα. ...

... Η σύζυγος μου φοράει ένα μπλε φόρεμα. ...

Quelle: glavkos, mululatv, pleaselearngreek


Beispielsätze blau

... Ich würde gerne den blau gestreiften Rock anprobieren. ...

... Wie blau der Himmel ist! ...

... Eines ihrer drei Autos ist blau und die anderen sind weiß. ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, MUIRIEL

Grammatik

Noch keine Grammatik zu μπλε.



Singular

Plural

el blau

els blaus



Griechische Definition zu μπλε

μπλε [blé] Ε (άκλ.) : που έχει σκούρο γαλάζιο χρώμα: μπλε μάτια. μπλε κουστούμι. || (ως ουσ.) το μπλε, το μπλε χρώμα: Aνοιχτό / σκούρο μπλε. Aποχρώσεις του μπλε. Φοράει μπλε, για μπλε ρούχα. μπλε ρουά, ανοιχτό μπλε. μπλε νουάρ, πολύ σκούρο μπλε. μπλε μαρέν, σκούρο μπλε. ΦΡ κάνω κπ. μπλε μαρέν (στο ξύλο), τον δέρνω πολύ.

[λόγ. < γαλλ. bleu]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu μπλε

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15