μουλιάζω  

  • durchweichen
    upvotedownvote
  • einweichen
    upvotedownvote

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... με την έκχυση νερού που προέρχεται από βύνη σε βρασμένο ρύζι. Το ρύζι μουλιάζει περίπου στους 65 βαθμούς Κελσίου μέχρι που οι κόκκοι αρχίζουν να ανεβαίνουν ...

... γίνονται κονσέρβες ή τουρσί με πίκλες. Πριν μαγειρευτούν συνηθίζεται να μουλιάζονται σε ξύδι και νερό, προκειμένου να μην έχουν βλεννώδη υφή όταν τρώγονται ...

... και διατροφική συνήθεια των Ελλήνων. Η παπάρα συνήθως σημαίνει ψωμί που μουλιάζει βουτηγμένο σε υγρά. Με το όνομα Ποπάρα αναφέρεται ως πιάτο στην Βουλγαρία ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

muliazo, moyliazw


Deutsche Synonyme zu: μουλιάζω

einweichen durchtränken

ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15