μοιάζω  Verb  [miazo, moiazw]

Ähnliche Bedeutung wie μοιάζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze μοιάζω

... Το "Μοιάζουμε" ήταν η ελληνική συμμετοχή στο διαγωνισμό τραγουδιού της Eurovision 1985, που ερμήνευσε στην ελληνική γλώσσα ο Τάκης Μπινάρης. Το τραγούδι ...

... βρίσκονται στην καθεμία μεριά του στόματος. Ο τρόπος που κόβουν το κρέας μοιάζει με αυτόν του ψαλιδιού. Η γλώσσα της γάτας αποτελείται από εκφύματα, που ...

... στον αέρα και επικαλύπτεται από οξείδιο παίρνοντας γκρι-μπλε χρώμα που μοιάζει με του μολύβδου, διαλύεται στα οξέα και παρουσία υγρασίας μετατρέπεται ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze ähneln

... Sie ähneln mir sehr. ...

... Ich habe sie für Minako gehalten. Sie ähneln sich so sehr. ...

... Bill und sein jüngerer Bruder ähneln sich überhaupt nicht. ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, Robroy

Grammatik


ΜΟΙΑΖΩ
I resemble
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μοιάζωμοιάζουμε, μοιάζομε
μοιάζειςμοιάζετε
μοιάζειμοιάζουν(ε)
Imper
fekt
έμοιαζαμοιάζαμε
έμοιαζεςμοιάζατε
έμοιαζεέμοιαζαν, μοιάζαν(ε)
Aoristέμοιασαμοιάσαμε
έμοιασεςμοιάσατε
έμοιασεέμοιασαν, μοιάσαν(ε)
Per
fect
έχω μοιάσειέχουμε μοιάσει
έχεις μοιάσειέχετε μοιάσει
έχει μοιάσειέχουν μοιάσει
Plu
per
fect
είχα μοιάσειείχαμε μοιάσει
είχες μοιάσειείχατε μοιάσει
είχε μοιάσειείχαν μοιάσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μοιάζωθα μοιάζουμε, θα μοιάζομε
θα μοιάζειςθα μοιάζετε
θα μοιάζειθα μοιάζουν(ε)
Fut
ur
θα μοιάσωθα μοιάσουμε, θα μοιάζομε
θα μοιάσειςθα μοιάσετε
θα μοιάσειθα μοιάσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω μοιάσειθα έχουμε μοιάσει
θα έχεις μοιάσειθα έχετε μοιάσει
θα έχει μοιάσειθα έχουν μοιάσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μοιάζωνα μοιάζουμε, να μοιάζομε
να μοιάζειςνα μοιάζετε
να μοιάζεινα μοιάζουν(ε)
Aoristνα μοιάσωνα μοιάσουμε, να μοιάσομε
να μοιάσειςνα μοιάσετε
να μοιάσεινα μοιάσουν(ε)
Perfνα έχω μοιάσεινα έχουμε μοιάσει
να έχεις μοιάσεινα έχετε μοιάσει
να έχει μοιάσεινα έχουν μοιάσει
Imper
ativ
Presμοίαζεμοιάζετε
Aoristμοίασεμοιάστε
Part
izip
Presμοιάζοντας
Perfέχοντας μοιάσει
InfinAoristμοιάσει




Griechische Definition zu μοιάζω

μοιάζω [mnázo] .1α : 1. έχω κοινά γνωρίσματα με κπ. ή με κτ., είμαι όμοιος: μοιάζω (με) κπ. / (με) κτ. ή μοιάζω κάποιου: Ο λαγός μοιάζει με κουνέλι αλλά είναι μεγαλύτερος. Mοιάζει του πατέρα του και στο σώμα και στα χούγια. Mοιάζουν σαν δύο σταγόνες νερό / σαν δίδυμα αδέλφια, μοιάζουν πολύ. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu μοιάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15