μισώ  Verb  [miso, misw]

Ähnliche Bedeutung wie μισώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze μισώ

... Σας μισώ και τους δύο. ...

... Εγώ μισώ τα μαθηματικά. ...

... (Ταρσός, Κιλικία αρχές 1ου αι. (5-15 μ.Χ.) – Ρώμη 66-68 μ.Χ.), συγγραφέας των μισών περίπου από τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, αναγνωρίσθηκε ως Ισαπόστολος ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze hassen

... Kinder hassen oft Spinat. ...

... Die meisten Programmierer hassen Fehlerbehebung. Es macht mehr Spaß, Bugs zu programmieren, als sie zu beheben. ...

... Gewöhnlich hassen Katzen Hunde. ...

Quelle: MUIRIEL, Peanutfan, MUIRIEL

Grammatik


ΜΙΣΩ
I hate
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
miso59">μισώμισούμεμισούμαιμισούμαστε
μισείςμισείτεμισείσαιμισείστε
μισείμισούν(ε)μισείταιμισούνται
Imper
fekt
μισούσαμισούσαμεμισούμουνμισούμαστε
μισούσεςμισούσατε
μισούσεμισούσαν(ε)μισούνταν, εμισείτομισούνταν, εμισούντο
Aoristμίσησαμισήσαμεμισήθηκαμισηθήκαμε
μίσησεςμισήσατεμισήθηκεςμισηθήκατε
μίσησεμίσησαν, μισήσαν(ε)μισήθηκεμισήθηκαν, μισηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω μισήσει
έχω μισημένο
έχουμε μισήσει
έχουμε μισημένο
έχω μισηθεί
είμαι μισημένος, -η
έχουμε μισηθεί
είμαστε μισημένοι, -ες
έχεις μισήσει
έχεις μισημένο
έχετε μισήσει
έχετε μισημένο
έχεις μισηθεί
είσαι μισημένος, -η
έχετε μισηθεί
είστε μισημένοι, -ες
έχει μισήσει
έχει μισημένο
έχουν μισήσει
έχουν μισημένο
έχει μισηθεί
είναι μισημένος, -η, -ο
έχουν μισηθεί
είναι μισημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα μισήσει
είχα μισημένο
είχαμε μισήσει
είχαμε μισημένο
είχα μισηθεί
ήμουν μισημένος, -η
είχαμε μισηθεί
ήμαστε μισημένοι, -ες
είχες μισήσει
είχες μισημένο
είχατε μισήσει
είχατε μισημένο
είχες μισηθεί
ήσουν μισημένος, -η
είχατε μισηθεί
ήσαστε μισημένοι, -ες
είχε μισήσει
είχε μισημένο
είχαν μισήσει
είχαν μισημένο
είχε μισηθεί
ήταν μισημένος, -η, -ο
είχαν μισηθεί
ήταν μισημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μισώθα μισούμεθα μισούμαιθα μισούμαστε
θα μισείςθα μισείτεθα μισείσαιθα μισείστε
θα μισείθα μισούν(ε)θα μισείταιθα μισούνται
Fut
ur
θα μισήσωθα μισήσουμεθα μισηθώθα μισηθούμε
θα μισήσειςθα μισήσετεθα μισηθείςθα μισηθείτε
θα μισήσειθα μισήσουν(ε)θα μισηθείθα μισηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω μισήσει
θα έχω μισημένο
θα έχουμε μισήσει
θα έχουμε μισημένο
θα έχω μισηθεί
θα είμαι μισημένος, -η
θα έχουμε μισηθεί
θα είμαστε μισημένοι, -ες
θα έχεις μισήσει
θα έχεις μισημένο
θα έχετε μισήσει
θα έχετε μισημένο
θα έχεις μισηθεί
θα είσαι μισημένος, -η
θα έχετε μισηθεί
θα είστε μισημένοι, -η
θα έχει μισήσει
θα έχει μισημένο
θα έχουν μισήσει
θα έχουν μισημένο
θα έχει μισηθεί
θα είναι μισημένος, -η, -ο
θα έχουν μισηθεί
θα είναι μισημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μισώνα μισούμενα μισούμαινα μισούμαστε
να μισείςνα μισείτενα μισείσαινα μισείστε
να μισείνα μισούν(ε)να μισείταινα μισούνται
Aoristνα μισήσωνα μισήσουμε, να μισήσομενα μισηθώνα μισηθούμε
να μισήσειςνα μισήσετενα μισηθείςνα μισηθείτε
να μισήσεινα μισήσουν(ε)να μισηθείνα μισηθούν(ε)
Perfνα έχω μισήσει
να έχω μισημένο
να έχουμε μισήσει
να έχουμε μισημένο
να έχω μισηθεί
να είμαι μισημένος, -η
να έχουμε μισηθεί
να είμαστε μισημένοι, -ες
να έχεις μισήσει
να έχεις μισημένο
να έχετε μισησεί
να έχετε μισημένο
να έχεις μισηθεί
να είσαι μισημένος, -η
να έχετε μισηθεί
να είστε μισημένοι, -ες
να έχει μισήσει
να έχει μισημένο
να έχουν μισήσει
να έχουν μισημένο
να έχει μισηθεί
να είναι μισημένος, -η, -ο
να έχουν μισηθεί
να είναι μισημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presμισείτεμισείστε
Aoristμίσησεμισήστε, μισήσετεμισήσουμισηθείτε
Part
izip
Presμισώντας
Perfέχοντας μισήσει, έχοντας μισημένομισημένος, -η, -ομισημένοι, -ες, -α
InfinAoristμισήσειμισηθεί



Person Wortform
Präsens ich hasse
du hasst
er, sie, es hasst
Präteritum ich hasste
Konjunktiv II ich hasste
Imperativ Singular hasse!
hass!
Plural hasst!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gehasst haben
Alle weiteren Formen: Flexion:hassen


Griechische Definition zu μισώ

μισώ [misó] -ούμαι .1β : αισθάνομαι έντονη εχθρότητα για κπ. σε τέτοιο σημείο, ώστε να επιθυμώ το κακό του. ANT αγαπώ: Tον μισεί και θέλει να του κάνει κακό. || αποστρέφομαι, αντιπαθώ κτ.: Mισεί την υποκρισία / το ψέμα. (γνωμ.) τον πλούτο(ν) πολλοί εμίσησαν, τη(ν) δόξα(ν) ουδείς.

[αρχ. μισῶ]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu μισώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15