μαυρίζω  Verb  [mavrizo, mayrizw]

Ähnliche Bedeutung wie μαυρίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze μαυρίζω

... μετατραπεί σε σύρματα ή νήματα. Όταν εκτίθεται στον ατμοσφαιρικό αέρα, μαυρίζει από το θειούχο άργυρο που σχηματίζεται λόγω της ύπαρξης ιχνών θείου στον ...

... λιθάνθρακα εκτιμάται ότι υπάρχουν άλλοι 630.000 τόννοι θαλλίου. Το θάλλιο μαυρίζει στον αέρα και επικαλύπτεται από οξείδιο παίρνοντας γκρι-μπλε χρώμα που ...

... θερμική εκτυπωτική κεφαλή που διαθέτει, αλλά και το θερμικό χαρτί το οποίο μαυρίζει όπου εφαρμοστεί αυξημένη θερμότητα. Το κυριότερο όμως είναι ότι ένας θερμικός ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΜΑΥΡΙΖΩ
I blacken
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μαυρίζωμαυρίζουμε, μαυρίζομε
μαυρίζειςμαυρίζετε
μαυρίζειμαυρίζουν(ε)
Imper
fekt
μαύριζαμαυρίζαμε
μαύριζεςμαυρίζατε
μαύριζεμαύριζαν, μαυρίζαν(ε)
Aoristμαύρισαμαυρίσαμε
μαύρισεςμαυρίσατε
μαύρισεμαύρισαν, μαυρίσαν(ε)
Per
fect
έχω μαυρίσειέχουμε μαυρίσει
έχεις μαυρίσειέχετε μαυρίσει
έχει μαυρίσειέχουν μαυρίσει
Plu
per
fect
είχα μαυρίσειείχαμε μαυρίσει
είχες μαυρίσειείχατε μαυρίσει
είχε μαυρίσειείχαν μαυρίσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μαυρίζωθα μαυρίζουμε, θα μαυρίζομε
θα μαυρίζειςθα μαυρίζετε
θα μαυρίζειθα μαυρίζουν(ε)
Fut
ur
θα μαυρίσωθα μαυρίσουμε, θα μαυρίζομε
θα μαυρίσειςθα μαυρίσετε
θα μαυρίσειθα μαυρίσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω μαυρίσειθα έχουμε μαυρίσει
θα έχεις μαυρίσειθα έχετε μαυρίσει
θα έχει μαυρίσειθα έχουν μαυρίσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μαυρίζωνα μαυρίζουμε, να μαυρίζομε
να μαυρίζειςνα μαυρίζετε
να μαυρίζεινα μαυρίζουν(ε)
Aoristνα μαυρίσωνα μαυρίσουμε, να μαυρίσομε
να μαυρίσειςνα μαυρίσετε
να μαυρίσεινα μαυρίσουν(ε)
Perfνα έχω μαυρίσεινα έχουμε μαυρίσει
να έχεις μαυρίσεινα έχετε μαυρίσει
να έχει μαυρίσεινα έχουν μαυρίσει
Imper
ativ
Presμαύριζεμαυρίζετε
Aoristμαύρισεμαυρίστε
Part
izip
Presμαυρίζοντας
Perfέχοντας μαυρίσει
InfinAoristμαυρίσει




Griechische Definition zu μαυρίζω

μαυρίζω [mavrízo] -ομαι : 1. γίνομαι μαύρος και ιδίως πιο σκούρος από ό,τι ήμουν πριν. ANT ασπρίζω: Mαυρίζουν τα δαμάσκηνα καθώς ωριμάζουν. Δέρμα που το χειμώνα είναι άσπρο ενώ την άνοιξη αρχίζει να μαυρίζει, γίνεται πιο σκούρα η επιδερμίδα από τον ήλιο. Kάθεται με τις ώρες στην αμμουδιά για να μαυρίσει. Mαύρισε το πρόσωπό του από θυμό. ΦΡ μαυρίζει το μάτι* μου για κτ. μαυρίζω κπ. στο ξύλο, τον δέρνω πολύ. μαυρίζει η ψυχή / η καρδιά κάποιου, για μεγάλη στενοχώρια. μου μαύρισε την καρδιά*. μαύρισε η καρδιά* μου. || κάνω κτ. ή κπ. μαύρο ή πιο σκούρο: Tον μαύρισε ο ήλιος. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu μαυρίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15