μαλακώνω  Verb  [malakono, malakwnw]

Ähnliche Bedeutung wie μαλακώνω


Beispielsätze μαλακώνω

... Το χημικό στοιχείο ίνδιο (indium) είναι σπάνιο, μαλακό, εύτηκτο, πτητικό, ελατό και όλκιμο αργυρόλευκο μέταλλο με στιλπνή μεταλλική λάμψη. Ο ατομικός αριθμός ...

... αντικειμένου. Είχαν επίσης τη δυνατότητα να παράγουν μαλακό ατσάλι, με διαφορετικά όρια θραύσης. Όμως, το μαλακό ατσάλι γρήγορα θα στόμωνε στη μάχη και δε θα ...

... άργυρος ή ασήμι (λατινικά: argentum, αγγλικά: silver) είναι βαρύ, σπάνιο, μαλακό μέταλλο με έντονη μεταλλική λάμψη. Ο ατομικός αριθμός του είναι 47 και η ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze erweichen

... Marias Wehklage hätte selbst einen Stein erweichen können. Tom fühlte Mitleid in seinem Herzen. ...

Quelle: Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΜΑΛΑΚΩΝΩ
I soften
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μαλακώνωμαλακώνουμε, μαλακώνομε
μαλακώνειςμαλακώνετε
μαλακώνειμαλακώνουν(ε)
Imper
fekt
μαλάκωναμαλακώναμε
μαλάκωνεςμαλακώνατε
μαλάκωνεμαλάκωναν, μαλακώναν(ε)
Aoristμαλάκωσαμαλακώσαμε
μαλάκωσεςμαλακώσατε
μαλάκωσεμαλάκωσαν, μαλακώσαν(ε)
Per
fect
έχω μαλακώσει
έχω μαλακωμένο
έχουμε μαλακώσει
έχουμε μαλακωμένο
έχεις μαλακώσει
έχεις μαλακωμένο
έχετε μαλακώσει
έχετε μαλακωμένο
έχει μαλακώσει
έχει μαλακωμένο
έχουν μαλακώσει
έχουν μαλακωμένο
Plu
per
fect
είχα μαλακώσει
είχα μαλακωμένο
είχαμε μαλακώσει
είχαμε μαλακωμένο
είχες μαλακώσει
είχες μαλακωμένο
είχατε μαλακώσει
είχατε μαλακωμένο
είχε μαλακώσει
είχε μαλακωμένο
είχαν μαλακώσει
είχαν μαλακωμένο
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μαλακώνωθα μαλακώνουμε, θα μαλακώνομε
θα μαλακώνειςθα μαλακώνετε
θα μαλακώνειθα μαλακώνουν(ε)
Fut
ur
θα μαλακώσωθα μαλακώσουμε, θα μαλακώσομε
θα μαλακώσειςθα μαλακώσετε
θα μαλακώσειθα μαλακώσουν
Fut
ur II
θα έχω μαλακώσει
θα έχω μαλακωμένο
θα έχουμε μαλακώσει
θα έχουμε μαλακωμένο
θα έχεις μαλακώσει
θα έχεις μαλακωμένο
θα έχετε μαλακώσει
θα έχετε μαλακωμένο
θα έχει μαλακώσει
θα έχει μαλακωμένο
θα έχουν μαλακώσει
θα έχουν μαλακωμένο
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μαλακώνωνα μαλακώνουμε, να μαλακώνομε
να μαλακώνειςνα μαλακώνετε
να μαλακώνεινα μαλακώνουν(ε)
Aoristνα μαλακώσωνα μαλακώσουμε, να μαλακώσομε
να μαλακώσειςνα μαλακώσετε
να μαλακώσεινα μαλακώσουν(ε)
Perfνα έχω μαλακώσει
να έχω μαλακωμένο
να έχουμε μαλακώσει
να έχουμε μαλακωμένο
να έχεις μαλακώσει
να έχεις μαλακωμένο
να έχετε μαλακώσει
να έχετε μαλακωμένο
να έχει μαλακώσει
να έχει μαλακωμένο
να έχουν μαλακώσει
να έχουν μαλακωμένο
Imper
ativ
Presμαλάκωνεμαλακώνετε
Aoristμαλάκωσεμαλακώστε, μαλακώσετε
Part
izip
Presμαλακώνοντας
Perfέχοντας μαλακώσει, έχοντας μαλακωμένο
InfinAoristμαλακώσει




Griechische Definition zu μαλακώνω

μαλακώνω [malakóno] Ρ1α μππ. μαλακωμένος : ANT σκληραίνω. 1. κά νω κτ. μαλακό έτσι ώστε: α. να μαλάζεται, να λυγίζει ή να σπάζει εύκο λα: μαλακώνω το ξερό ψωμί βουτώντας το στο γάλα. || γίνομαι μαλακός: Tο χταπόδι θέλει χτύπημα για να μαλακώσει. Tο κερί μαλακώνει από τη ζέστη. β. να γίνει λείο, απαλό ή τρυφερό: Kρέμα που μαλακώνει το δέρμα. || γίνο μαι λείος, απαλός ή τρυφερός: Mαλάκωσαν τα χέρια του, γιατί έπαψε να κάνει χειρωνακτικές εργασίες. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu μαλακώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15