μακρύνω  Verb  [makrino, makrynw]

Noch keine Übersetzung :(

Ähnliche Bedeutung wie μακρύνω

Noch keine Synonyme

Grammatik


..ΜΑΚΡΥΝΩ
I move away
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
απομακρύνωαπομακρύνουμε, απομακρύνομεαπομακρύνομαιαπομακρυνόμαστε
απομακρύνειςαπομακρύνετεαπομακρύνεσαιαπομακρύνεστε, απομακρυνόσαστε
απομακρύνειαπομακρύνουν(ε)απομακρύνεταιαπομακρύνονται
Imper
fekt
απομάκρυνααπομακρύναμεαπομακρυνόμουν(α)απομακρυνόμαστε, απομακρυνόμασταν
απομάκρυνεςαπομακρύνατεαπομακρυνόσουν(α)απομακρυνόσαστε, απομακρυνόσασταν
απομάκρυνεαπομάκρυναν, απομακρύναν(ε)απομακρυνόταν(ε)απομακρύνονταν, απομακρυνόντανε, απομακρυνόντουσαν
Aoristαπομάκρυνααπομακρύναμεαπομακρύνθηκααπομακρυνθήκαμε
απομάκρυνεςαπομακρύνατεαπομακρύνθηκεςαπομακρυνθήκατε
απομάκρυνεαπομάκρυναν, απομακρύναν(ε)απομακρύνθηκεαπομακρύνθηκαν, απομακρυνθήκαν(ε)
Per
fect
έχω απομακρύνει
έχω απομακρυσμένο
έχουμε απομακρύνει
έχουμε απομακρυσμένο
έχω απομακρυνθεί
είμαι απομακρυσμένος, -η
έχουμε απομακρυνθεί
είμαστε απομακρυσμένοι, -ες
έχεις απομακρύνει
έχεις απομακρυσμένο
έχετε απομακρύνει
έχετε απομακρυσμένο
έχεις απομακρυνθεί
είσαι απομακρυσμένος, -η
έχετε απομακρυνθεί
είστε απομακρυσμένοι, -ες
έχει απομακρύνει
έχει απομακρυσμένο
έχουν απομακρύνει
έχουν απομακρυσμένο
έχει απομακρυνθεί
είναι απομακρυσμένος, -η, -ο
έχουν απομακρυνθεί
είναι απομακρυσμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα απομακρύνει
είχα απομακρυσμένο
είχαμε απομακρύνει
είχαμε απομακρυσμένο
είχα απομακρυνθεί
ήμουν απομακρυσμένος, -η
είχαμε απομακρυνθεί
ήμαστε απομακρυσμένοι, -ες
είχες απομακρύνει
είχες απομακρυσμένο
είχατε απομακρύνει
είχατε απομακρυσμένο
είχες απομακρυνθεί
ήσουν απομακρυσμένος, -η
είχατε απομακρυνθεί
ήσαστε απομακρυσμένοι, -ες
είχε απομακρύνει
είχε απομακρυσμένο
είχαν απομακρύνει
είχαν απομακρυσμένο
είχε απομακρυνθεί
ήταν απομακρυσμένος, -η, -ο
είχαν απομακρυνθεί
ήταν απομακρυσμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα απομακρύνωθα απομακρύνουμε, θα απομακρύνομεθα απομακρύνομαιθα απομακρυνόμαστε
θα απομακρύνειςθα απομακρύνετεθα απομακρύνεσαιθα απομακρύνεστε, θα απομακρυνόσαστε
θα απομακρύνειθα απομακρύνουν(ε)θα απομακρύνεταιθα απομακρύνονται
Fut
ur
θα απομακρύνωθα απομακρύνουμε, θα απομακρύνομεθα απομακρυνθώθα απομακρυνθούμε
θα απομακρύνειςθα απομακρύνετεθα απομακρυνθείςθα απομακρυνθείτε
θα απομακρύνειθα απομακρύνουν(ε)θα απομακρυνθείθα απομακρυνθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω απομακρύνει
θα έχω απομακρυσμένο
θα έχουμε απομακρύνει
θα έχουμε απομακρυσμένο
θα έχω απομακρυνθεί
θα είμαι απομακρυσμένος, -η
θα έχουμε απομακρυνθεί
θα είμαστε απομακρυσμένοι, -ες
θα έχεις απομακρύνει
θα έχεις απομακρυσμένο
θα έχετε απομακρύνει
θα έχετε απομακρυσμένο
θα έχεις απομακρυνθεί
θα είσαι απομακρυσμένος, -η
θα έχετε απομακρυνθεί
θα είστε απομακρυσμένοι, -ες
θα έχει απομακρύνει
θα έχει απομακρυσμένο
θα έχουν απομακρύνει
θα έχουν απομακρυσμένο
θα έχει απομακρυνθεί
θα είναι απομακρυσμένος, -η, -ο
θα έχουν απομακρυνθεί
θα είναι απομακρυσμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να απομακρύνωνα απομακρύνουμε, να απομακρύνομενα απομακρύνομαινα απομακρυνόμαστε
να απομακρύνειςνα απομακρύνετενα απομακρύνεσαινα απομακρύνεστε, να απομακρυνόσαστε
να απομακρύνεινα απομακρύνουν(ε)να απομακρύνεταινα απομακρύνονται
Aoristνα απομακρύνωνα απομακρύνουμε, να απομακρύνομενα απομακρυνθώνα απομακρυνθούμε
να απομακρύνειςνα απομακρύνετενα απομακρυνθείςνα απομακρυνθείτε
να απομακρύνεινα απομακρύνουν(ε)να απομακρυνθείνα απομακρυνθούν(ε)
Perfνα έχω απομακρύνει
να έχω απομακρυσμένο
να έχουμε απομακρύνει
να έχουμε απομακρυσμένο
να έχω απομακρυνθεί
να είμαι απομακρυσμένος, -η
να έχουμε απομακρυνθεί
να είμαστε απομακρυσμένοι, -ες
να έχεις απομακρύνει
να έχεις απομακρυσμένο
να έχετε απομακρύνει
να έχετε απομακρυσμένο
να έχεις απομακρυνθεί
να είσαι απομακρυσμένος, -η
να έχετε απομακρυνθεί
να είστε απομακρυσμένοι, -ες
να έχει απομακρύνει
να έχει απομακρυσμένο
να έχουν απομακρύνει
να έχουν απομακρυσμένο
να έχει απομακρυνθεί
να είναι απομακρυσμένος, -η, -ο
να έχουν απομακρυνθεί
να είναι απομακρυσμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presαπομάκρυνεαπομακρύνετεαπομακρύνεστε
Aoristαπομάκρυνεαπομακρύνετεαπομακρύνσουαπομακρυνθείτε
Part
izip
Presαπομακρύνοντας
Perfέχοντας απομακρύνει, έχοντας απομακρυσμένοαπομακρυσμένος, -η, -οαπομακρυσμένοι, -ες, -α
InfinAoristαπομακρύνειαπομακρυνθεί


Griechische Definition zu μακρύνω

μακρύνω· μτχ. παρκ. μακρυσμένος.

I. Ενεργ.
Ά Μτβ.
1)
α) Επιμηκύνω· δίνω έκταση σε κ., παρατείνω:
Μακρύνω την αφήγησιν (Ιμπ. 664
β) προβάλλω, προτείνω κ.:
το κοντάρι εμάκρυνε, την κονταρίαν να δώσει (Διγ. Esc. 1557).
2) Καθυστερώ, αναβάλλω:
μακρύνει (ενν. η αγάπη σου) το έλθιμόν της (Ευγ. Γιαννούλη, Επιστ. 21632).
3) Οδηγώ μακριά, απομακρύνω:
εμάκρυνεν από λόγου μας τες ανομίες μας (Χριστ. διδασκ. 377
φρ. μακρύνω εαυτόν (από) τινος = απέχω από κ., απαρνιέμαι κ.:
(Βακτ. αρχιερ. 168), (Φυσιολ. (Legr.) 678).
Αμτβ.
1) Γίνομαι μακρύς, επιμηκύνομαι:
το μουστάκιν εμάκρυνεν (Σπανός A 366).
2) Παρατείνομαι, τραβώ σε μάκρος:
ο χρόνος της ζωής μας … μακρύνει (Πένθ. θαν. 462).
3) Καθυστερώ, αργώ:
το της … τρικυμίας τέλος … εμάκρυνεν (Σφρ., Χρον. 15614‑5).
4) Απομακρύνομαι, βρίσκομαι μακριά από κάπ. ή κ.· εγκαταλείπω:
μακρύναντες … εκ των τρωικών λιμένων (Ερμον. Ψ 75· Χρον. σουλτ. 1361
πώς εμακρύναμεν του Θεού; (Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι VIII 58).
II. (Μέσ.) απομακρύνομαι, ξεμακραίνω:
αναχωρεί ο αγαθός άγγελος απ’ αυτού (ενν. απ’ όποιον έχει έχθρα) και μακρύνεται (Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι XII 41).
Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = απομακρυσμένος, μακρινός:
Η Βενετία … ήτανε από μας καμπόσον μακρυσμένη (Θρ. Κύπρ. Μ 275).
[μτγν. μακρύνω. Η λ. και σήμ. ποντ.]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu μακρύνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15