μαγεύω  Verb  [magevo, majevo, mageyw]


Beispielsätze μαγεύω

... για τους θνητούς ανθρώπους όμως ήταν επικίνδυνες, καθώς με το τραγούδι τούς μάγευαν και ξεχνούσαν τα πάντα, τις ακολουθούσαν κι έβρισκαν το θάνατο. ...

... όταν πέρασαν πολλές μέρες η Μνημοσύνη γέννησε εννιά κόρες…, που όλες τις μάγευε η μουσική…». Τα ονόματα τους είναι: Κλειώ, Ευτέρπη, Θάλεια, Μελπομένη, Τερψιχόρη ...

... έχει χαρακτήρα μεγάλου αρχαιολογικού ενδιαφέροντος ενώ το φυσικό κάλλος μαγεύει τους πάντες. Τα χωριά της Τήνου Κυκλάδες Ελλάδα Τήνος-Διαδρομές Φωτογραφίες ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze betören

... Argonautenfahrt teil. Als die Sirenen die Argonauten mit ihrem Gesang betören wollten, gelang es Orpheus durch seinen Gegengesang, alle Teilnehmer vor ...

... Hladikova: Five Facts: Allison Scagliotti will mit Marylins Lippen Männer betören. Serienjunkies.de, 21. September 2011, abgerufen am 21. September 2011 ...

... Wissen ist auch seine Ehefrau Melanie eingekehrt, um den Skifahrer Toni zu betören. Auch Webers Geschäftspartner, der Industrielle Pfefferkorn, taucht hier ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΜΑΓΕΥΩ
I bewitch
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μαγεύωμαγεύουμε, μαγεύομεμαγεύομαιμαγευόμαστε
μαγεύειςμαγεύετεμαγεύεσαιμαγεύεστε, μαγευόσαστε
μαγεύειμαγεύουν(ε)μαγεύεταιμαγεύονται
Imper
fekt
μάγευαμαγεύαμεμαγευόμουν(α)μαγευόμαστε, μαγευόμασταν
μάγευεςμαγεύατεμαγευόσουν(α)μαγευόσαστε, μαγευόσασταν
μάγευεμάγευαν, μαγεύαν(ε)μαγευόταν(ε)μαγεύονταν, μαγευόντανε, μαγευόντουσαν
Aoristμάγεψαμαγέψαμεμαγεύτηκαμαγευτήκαμε
μάγεψεςμαγέψατεμαγεύτηκεςμαγευτήκατε
μάγεψεμάγεψαν, μαγέψαν(ε)μαγεύτηκεμαγεύτηκαν, μαγευτήκαν(ε)
Per
fect
έχω μαγέψει
έχω μαγεμένο
έχουμε μαγέψει
έχουμε μαγεμένο
έχω μαγευτεί
είμαι μαγεμένος, -η
έχουμε μαγευτεί
είμαστε μαγεμένοι, -ες
έχεις μαγέψει
έχεις μαγεμένο
έχετε μαγέψει
έχετε μαγεμένο
έχεις μαγευτεί
είσαι μαγεμένος, -η
έχετε μαγευτεί
είστε μαγεμένοι, -ες
έχει μαγέψει
έχει μαγεμένο
έχουν μαγέψει
έχουν μαγεμένο
έχει μαγευτεί
είναι μαγεμένος, -η, -ο
έχουν μαγευτεί
είναι μαγεμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα μαγέψει
είχα μαγεμένο
είχαμε μαγέψει
είχαμε μαγεμένο
είχα μαγευτεί
ήμουν μαγεμένος, -η
είχαμε μαγευτεί
ήμαστε μαγεμένοι, -ες
είχες μαγέψει
είχες μαγεμένο
είχατε μαγέψει
είχατε μαγεμένο
είχες μαγευτεί
ήσουν μαγεμένος, -η
είχατε μαγευτεί
ήσαστε μαγεμένοι, -ες
είχε μαγέψει
είχε μαγεμένο
είχαν μαγέψει
είχαν μαγεμένο
είχε μαγευτεί
ήταν μαγεμένος, -η, -ο
είχαν μαγευτεί
ήταν μαγεμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μαγεύωθα μαγεύουμε, θα μαγεύομεθα μαγεύομαιθα μαγευόμαστε
θα μαγεύειςθα μαγεύετεθα μαγεύεσαιθα μαγεύεστε, θα μαγευόσαστε
θα μαγεύειθα μαγεύουν(ε)θα μαγεύεταιθα μαγεύονται
Fut
ur
θα μαγέψωθα μαγέψουμε, θα μαγέψομεθα μαγευτώθα μαγευτούμε
θα μαγέψειςθα μαγέψετεθα μαγευτείςθα μαγευτείτε
θα μαγέψειθα μαγέψουν(ε)θα μαγευτείθα μαγευτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω μαγέψει
θα έχω μαγεμένο
θα έχουμε μαγέψει
θα έχουμε μαγεμένο
θα έχω μαγευτεί
θα είμαι μαγεμένος, -η
θα έχουμε μαγευτεί
θα είμαστε μαγεμένοι, -ες
θα έχεις μαγέψει
θα έχεις μαγεμένο
θα έχετε μαγέψει
θα έχετε μαγεμένο
θα έχεις μαγευτεί
θα είσαι μαγεμένος, -η
θα έχετε μαγευτεί
θα είστε μαγεμένοι, -ες
θα έχει μαγέψει
θα έχει μαγεμένο
θα έχουν μαγέψει
θα έχουν μαγεμένο
θα έχει μαγευτεί
θα είναι μαγεμένος, -η, -ο
θα έχουν μαγευτεί
θα είναι μαγεμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μαγεύωνα μαγεύουμε, να μαγεύομενα μαγεύομαινα μαγευόμαστε
να μαγεύειςνα μαγεύετενα μαγεύεσαινα μαγεύεστε, να μαγευόσαστε
να μαγεύεινα μαγεύουν(ε)να μαγεύεταινα μαγεύονται
Aoristνα μαγέψωνα μαγέψουμε, να μαγέψομενα μαγευτώνα μαγευτούμε
να μαγέψειςνα μαγέψετενα μαγευτείςνα μαγευτείτε
να μαγέψεινα μαγέψουν(ε)να μαγευτείνα μαγευτούν(ε)
Perfνα έχω μαγέψει
να έχω μαγεμένο
να έχουμε μαγέψει
να έχουμε μαγεμένο
να έχω μαγευτεί
να είμαι μαγεμένος, -η
να έχουμε μαγευτεί
να είμαστε μαγεμένοι, -ες
να έχεις μαγέψει
να έχεις μαγεμένο
να έχετε μαγέψει
να έχετε μαγεμένο
να έχεις μαγευτεί
να είσαι μαγεμένος, -η
να έχετε μαγευτεί
να είστε μαγεμένοι, -ες
να έχει μαγέψει
να έχει μαγεμένο
να έχουν μαγέψει
να έχουν μαγεμένο
να έχει μαγευτεί
να είναι μαγεμένος, -η, -ο
να έχουν μαγευτεί
να είναι μαγεμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presμάγευεμαγεύετεμαγεύεστε
Aoristμάγεψεμαγέψτε, μαγεύτεμαγέψουμαγευτείτε
Part
izip
Presμαγεύοντας
Perfέχοντας μαγέψει, έχοντας μαγεμένομαγεμένος, -η, -ομαγεμένοι, -ες, -α
InfinAoristμαγέψειμαγευτεί







Person Wortform
Präsens ich hexe
du hext
er, sie, es hext
Präteritum ich hexte
Konjunktiv II ich hexte
Imperativ Singular hex!
hexe!
Plural hext!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gehext haben
Alle weiteren Formen: Flexion:hexen








Griechische Definition zu μαγεύω

μαγεύω [majévo] -ομαι : 1α. (σπάν.) ασκώ μαγική επίδραση ιδίως βλαβερή· κάνω μάγια. β. (συνήθ. παθ.) αποδίδω σε κτ. μαγικές ιδιότητες: Tο μαγεμένο δάσος / παλάτι. Tο γεφύρι είναι μαγεμένο· όποιος έχει πει ψέματα και το περάσει, βουβαίνεται αμέσως. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu μαγεύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15