λυπώ  Verb  [lipo, lypw]

Ähnliche Bedeutung wie λυπώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze λυπώ

... Η λύπη είναι ψυχικό συναίσθημα με έκδηλα τα χαρακτηριστικά της στενοχώριας, του πόνου ή της οδύνης. Προέρχεται από την αναντιστοιχία που παρατηρείται μεταξύ ...

... συναισθήματα της, η Χαρά, η Λύπη, ο Θυμός, ο Φόβος και η Αηδία πρέπει να φροντίσουν να είναι χαρούμενη. Όμως κάτι πάει στραβά όταν η Λύπη αγγίζει καταλάθος μια ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze traurig stimmen

... Fragen wie „Was hat Blue heute gesehen?“ oder „Weswegen ist Blue heute traurig?“. Bei der Lösung der jeweiligen Aufgabe fragt er die Kinder vor den TV-Geräten ...

... Album David vs Goliath von Flexevil singt das Gedicht Du machst mich traurig – Hör von Else Lasker-Schüler für das Album Ich träume so leise von dir ...

... Instrument, was den Stimmen der beiden einen verzerrten, höher gelegten Klang verleiht, der zudem extrem langgezogen wird. Die Texte sind traurig, melancholisch ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΛΥΠΩ
I sadden
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
λυπώλυπούμεlupamai">λυπάμαι, λυπούμαιλυπόμαστε, λυπούμαστε
λυπείςλυπείτελυπάσαιλυπάστε, λυπόσαστε
λυπείλυπούν(ε)λυπάταιλυπούνται, λυπόνται
Imper
fekt
λυπούσαλυπούσαμελυπόμουν(ε)λυπόμαστε, λυπούμαστε, λυπόμασταν
λυπούσεςλυπούσατελυπόσουν(α)λυπόσαστε, λυπόσασταν
λυπούσελυπούσαν(ε)λυπόταν(ε)λυπόνταν(ε), λυπούνταν, λυπόντουσαν
Aoristλύπησαλυπήσαμελυπήθηκαλυπηθήκαμε
λύπησεςλυπήσατελυπήθηκεςλυπηθήκατε
λύπησελύπησαν, λυπήσαν(ε)λυπήθηκελυπήθηκαν, λυπηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω λυπήσει
έχω λυπημένο
έχουμε λυπήσει
έχουμε λυπημένο
έχω λυπηθεί
είμαι λυπημένος, -η
έχουμε λυπηθεί
είμαστε λυπημένοι, -ες
έχεις λυπήσει
έχεις λυπημένο
έχετε λυπήσει
έχετε λυπημένο
έχεις λυπηθεί
είσαι λυπημένος, -η
έχετε λυπηθεί
είστε λυπημένοι, -ες
έχει λυπήσει
έχει λυπημένο
έχουν λυπήσει
έχουν λυπημένο
έχει λυπηθεί
είναι λυπημένος, -η, -ο
έχουν λυπηθεί
είναι λυπημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα λυπήσει
είχα λυπημένο
είχαμε λυπήσει
είχαμε λυπημένο
είχα λυπηθεί
ήμουν λυπημένος, -η
είχαμε λυπηθεί
ήμαστε λυπημένοι, -ες
είχες λυπήσει
είχες λυπημένο
είχατε λυπήσει
είχατε λυπημένο
είχες λυπηθεί
ήσουν λυπημένος, -η
είχατε λυπηθεί
ήσαστε λυπημένοι, -ες
είχε λυπήσει
είχε λυπημένο
είχαν λυπήσει
είχαν λυπημένο
είχε λυπηθεί
ήταν λυπημένος, -η, -ο
είχαν λυπηθεί
ήταν λυπημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα λυπώθα λυπούμεθα λυπάμαι, θα λυπούμαιθα λυπόμαστε, θα λυπούμαστε
θα λυπείςθα λυπείτεθα λυπάσαιθα λυπάστε, θα λυπόσαστε
θα λυπείθα λυπούν(ε)θα λυπάταιθα λυπούνται, θα λυπόνται
Fut
ur
θα λυπήσωθα λυπήσουμεθα λυπηθώθα λυπηθούμε
θα λυπήσειςθα λυπήσετεθα λυπηθείςθα λυπηθείτε
θα λυπήσειθα λυπήσουν(ε)θα λυπηθείθα λυπηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω λυπήσει
θα έχω λυπημένο
θα έχουμε λυπήσει
θα έχουμε λυπημένο
θα έχω λυπηθεί
θα είμαι λυπημένος, -η
θα έχουμε λυπηθεί
θα είμαστε λυπημένοι, -ες
θα έχεις λυπήσει
θα έχεις λυπημένο
θα έχετε λυπήσει
θα έχετε λυπημένο
θα έχεις λυπηθεί
θα είσαι λυπημένος, -η
θα έχετε λυπηθεί
θα είστε λυπημένοι, -η
θα έχει λυπήσει
θα έχει λυπημένο
θα έχουν λυπήσει
θα έχουν λυπημένο
θα έχει λυπηθεί
θα είναι λυπημένος, -η, -ο
θα έχουν λυπηθεί
θα είναι λυπημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να λυπώνα λυπούμενα λυπάμαι, να λυπούμαινα λυπόμαστε, να λυπούμαστε
να λυπείςνα λυπείτενα λυπάσαινα λυπάστε, να λυπόσαστε
να λυπείνα λυπούν(ε)να λυπάταινα λυπούνται, να λυπόνται
Aoristνα λυπήσωνα λυπήσουμε, να λυπήσομενα λυπηθώνα λυπηθούμε
να λυπήσειςνα λυπήσετενα λυπηθείςνα λυπηθείτε
να λυπήσεινα λυπήσουν(ε)να λυπηθείνα λυπηθούν(ε)
Perfνα έχω λυπήσει
να έχω λυπημένο
να έχουμε λυπήσει
να έχουμε λυπημένο
να έχω λυπηθεί
να είμαι λυπημένος, -η
να έχουμε λυπηθεί
να είμαστε λυπημένοι, -ες
να έχεις λυπήσει
να έχεις λυπημένο
να έχετε λυπήσει
να έχετε λυπημένο
να έχεις λυπηθεί
να είσαι λυπημένος, -η
να έχετε λυπηθεί
να είστε λυπημένοι, -ες
να έχει λυπήσει
να έχει λυπημένο
να έχουν λυπήσει
να έχουν λυπημένο
να έχει λυπηθεί
να είναι λυπημένος, -η, -ο
να έχουν λυπηθεί
να είναι λυπημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presλυπείτελυπάστε
Aoristλύπησελυπήστε, λυπήσετελυπήσουλυπηθείτε
Part
izip
Presλυπώντας
Perfέχοντας λυπήσει, έχοντας λυπημένολυπημένος, -η, -ολυπημένοι, -ες, -α
InfinAoristλυπήσειλυπηθεί




Griechische Definition zu λυπώ

λυπώ [divpó] μππ. λυπημένος* : 1. κάνω κπ. να αισθανθεί λύπη, δυσαρέσκεια, θλίβω, πικραίνω: Tον λύπησε βαθιά ο απροσδόκητος θάνατος του φίλου του. Mε λύπησε πολύ η συμπεριφορά σου. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu λυπώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15