betrüben
 Verb

λυπώ Verb
(0)
θλίβω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Ich wollte Sie nicht betrüben, aber verstehen Sie mich.Δεν ήθελα να σας πληγώσω, αλλά προσπαθήστε να έλθετε στη θέση μου.

Übersetzung nicht bestätigt

Sagt mir's nur ehrlich, fürchtet Euch nicht, mich zu betrüben, Señor!Την αλήθεια πείτε μου, μην φοβάστε να μη με ταράξετε κύριε.

Übersetzung nicht bestätigt

Nichts soll dich erheitern oder betrüben.Μην είσαι χαρούμενος ούτε θλιμμένος.

Übersetzung nicht bestätigt

So, Mr Cunningham,... ..welche Sünden sind es, die Eure Mutter betrüben?Ποιές είναι αυτές οι αμαρτίες σας που έχουν φέρει την μητέρα σας σε απόγνωση; Ζάρια; Ποτά;

Übersetzung nicht bestätigt

Aber... es wird seine Mutter und Schwestern sehr betrüben.Ω, αγαπητή μου, θα έκανε την μητέρα και τις αδερφές του πολύ δυστυχισμένες.

Übersetzung nicht bestätigt

Deutsche Synonyme
Noch keine deutschen Synonyme.
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
λυπώλυπούμεlupamai">λυπάμαι, λυπούμαιλυπόμαστε, λυπούμαστε
λυπείςλυπείτελυπάσαιλυπάστε, λυπόσαστε
λυπείλυπούν(ε)λυπάταιλυπούνται, λυπόνται
Imper
fekt
λυπούσαλυπούσαμελυπόμουν(ε)λυπόμαστε, λυπούμαστε, λυπόμασταν
λυπούσεςλυπούσατελυπόσουν(α)λυπόσαστε, λυπόσασταν
λυπούσελυπούσαν(ε)λυπόταν(ε)λυπόνταν(ε), λυπούνταν, λυπόντουσαν
Aoristλύπησαλυπήσαμελυπήθηκαλυπηθήκαμε
λύπησεςλυπήσατελυπήθηκεςλυπηθήκατε
λύπησελύπησαν, λυπήσαν(ε)λυπήθηκελυπήθηκαν, λυπηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω λυπήσει
έχω λυπημένο
έχουμε λυπήσει
έχουμε λυπημένο
έχω λυπηθεί
είμαι λυπημένος, -η
έχουμε λυπηθεί
είμαστε λυπημένοι, -ες
έχεις λυπήσει
έχεις λυπημένο
έχετε λυπήσει
έχετε λυπημένο
έχεις λυπηθεί
είσαι λυπημένος, -η
έχετε λυπηθεί
είστε λυπημένοι, -ες
έχει λυπήσει
έχει λυπημένο
έχουν λυπήσει
έχουν λυπημένο
έχει λυπηθεί
είναι λυπημένος, -η, -ο
έχουν λυπηθεί
είναι λυπημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα λυπήσει
είχα λυπημένο
είχαμε λυπήσει
είχαμε λυπημένο
είχα λυπηθεί
ήμουν λυπημένος, -η
είχαμε λυπηθεί
ήμαστε λυπημένοι, -ες
είχες λυπήσει
είχες λυπημένο
είχατε λυπήσει
είχατε λυπημένο
είχες λυπηθεί
ήσουν λυπημένος, -η
είχατε λυπηθεί
ήσαστε λυπημένοι, -ες
είχε λυπήσει
είχε λυπημένο
είχαν λυπήσει
είχαν λυπημένο
είχε λυπηθεί
ήταν λυπημένος, -η, -ο
είχαν λυπηθεί
ήταν λυπημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα λυπώθα λυπούμεθα λυπάμαι, θα λυπούμαιθα λυπόμαστε, θα λυπούμαστε
θα λυπείςθα λυπείτεθα λυπάσαιθα λυπάστε, θα λυπόσαστε
θα λυπείθα λυπούν(ε)θα λυπάταιθα λυπούνται, θα λυπόνται
Fut
ur
θα λυπήσωθα λυπήσουμεθα λυπηθώθα λυπηθούμε
θα λυπήσειςθα λυπήσετεθα λυπηθείςθα λυπηθείτε
θα λυπήσειθα λυπήσουν(ε)θα λυπηθείθα λυπηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω λυπήσει
θα έχω λυπημένο
θα έχουμε λυπήσει
θα έχουμε λυπημένο
θα έχω λυπηθεί
θα είμαι λυπημένος, -η
θα έχουμε λυπηθεί
θα είμαστε λυπημένοι, -ες
θα έχεις λυπήσει
θα έχεις λυπημένο
θα έχετε λυπήσει
θα έχετε λυπημένο
θα έχεις λυπηθεί
θα είσαι λυπημένος, -η
θα έχετε λυπηθεί
θα είστε λυπημένοι, -η
θα έχει λυπήσει
θα έχει λυπημένο
θα έχουν λυπήσει
θα έχουν λυπημένο
θα έχει λυπηθεί
θα είναι λυπημένος, -η, -ο
θα έχουν λυπηθεί
θα είναι λυπημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να λυπώνα λυπούμενα λυπάμαι, να λυπούμαινα λυπόμαστε, να λυπούμαστε
να λυπείςνα λυπείτενα λυπάσαινα λυπάστε, να λυπόσαστε
να λυπείνα λυπούν(ε)να λυπάταινα λυπούνται, να λυπόνται
Aoristνα λυπήσωνα λυπήσουμε, να λυπήσομενα λυπηθώνα λυπηθούμε
να λυπήσειςνα λυπήσετενα λυπηθείςνα λυπηθείτε
να λυπήσεινα λυπήσουν(ε)να λυπηθείνα λυπηθούν(ε)
Perfνα έχω λυπήσει
να έχω λυπημένο
να έχουμε λυπήσει
να έχουμε λυπημένο
να έχω λυπηθεί
να είμαι λυπημένος, -η
να έχουμε λυπηθεί
να είμαστε λυπημένοι, -ες
να έχεις λυπήσει
να έχεις λυπημένο
να έχετε λυπήσει
να έχετε λυπημένο
να έχεις λυπηθεί
να είσαι λυπημένος, -η
να έχετε λυπηθεί
να είστε λυπημένοι, -ες
να έχει λυπήσει
να έχει λυπημένο
να έχουν λυπήσει
να έχουν λυπημένο
να έχει λυπηθεί
να είναι λυπημένος, -η, -ο
να έχουν λυπηθεί
να είναι λυπημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presλυπείτελυπάστε
Aoristλύπησελυπήστε, λυπήσετελυπήσουλυπηθείτε
Part
izip
Presλυπώντας
Perfέχοντας λυπήσει, έχοντας λυπημένολυπημένος, -η, -ολυπημένοι, -ες, -α
InfinAoristλυπήσειλυπηθεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback