λογαριάζω  Verb  [logariazo, lorariazo, logariazw]

Ähnliche Bedeutung wie λογαριάζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze λογαριάζω

... το ρεμπέτικο μοτίβο ηχογραφεί το πρώτο του τραγούδι «Το χρήμα δεν το λογαριάζω» που έγινε αμέσως επιτυχία. Μέχρι τον πόλεμο αλλά και μετά απ΄ αυτόν συνέχισε ...

... και της Ήρας), θαρρείς και ήταν υπό την προστασία αυτών των θεοτήτων, λογαριάζοντας μάλλον το βασιλικό χαρακτήρα του, κυρίως αυτόν του λαμπρότερου αστέρα ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze rechnen

... Während der Ausführung des Plans hätten Sie mit allen möglichen Schwierigkeiten rechnen müssen. ...

... Er ist ein Mann, mit dem man rechnen muss. ...

... Imogen aus dem Internet hat eine bahnbrechende Klassifikation von dreißig verschiedenen Arten von Chatsprech erstellt, von denen einige inzwischen mit dem Aussterben rechnen müssen. ...

Quelle: kriskelvin, Pfirsichbaeumchen, Hans_Adler

Grammatik


ΛΟΓΑΡΙΑΖΩ
I count
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
λογαριάζωλογαριάζουμε, λογαριάζομελογαριάζομαιλογαριαζόμαστε
λογαριάζειςλογαριάζετελογαριάζεσαιλογαριάζεστε, λογαριαζόσαστε
λογαριάζειλογαριάζουν(ε)λογαριάζεταιλογαριάζονται
Imper
fekt
λογάριαζαλογαριάζαμελογαριαζόμουν(α)λογαριαζόμαστε, λογαριαζόμασταν
λογάριαζεςλογαριάζατελογαριαζόσουν(α)λογαριαζόσαστε, λογαριαζόσασταν
λογάριαζελογάριαζαν, λογαριάζαν(ε)λογαριαζόταν(ε)λογαριάζονταν, λογαριαζόντανε, λογαριαζόντουσαν
Aoristλογάριασαλογαριάσαμελογαριάστηκαλογαριαστήκαμε
λογάριασεςλογαριάσατελογαριάστηκεςλογαριαστήκατε
λογάριασελογάριασαν, λογαριάσαν(ε)λογαριάστηκελογαριάστηκαν, λογαριαστήκαν(ε)
Per
fect
έχω λογαριάσει
έχω λογαριασμένο
έχουμε λογαριάσει
έχουμε λογαριασμένο
έχω λογαριαστεί
είμαι λογαριασμένος, -η
έχουμε λογαριαστεί
είμαστε λογαριασμένοι, -ες
έχεις λογαριάσει
έχεις λογαριασμένο
έχετε λογαριάσει
έχετε λογαριασμένο
έχεις λογαριαστεί
είσαι λογαριασμένος, -η
έχετε λογαριαστεί
είστε λογαριασμένοι, -ες
έχει λογαριάσει
έχει λογαριασμένο
έχουν λογαριάσει
έχουν λογαριασμένο
έχει λογαριαστεί
είναι λογαριασμένος, -η, -ο
έχουν λογαριαστεί
είναι λογαριασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα λογαριάσει
είχα λογαριασμένο
είχαμε λογαριάσει
είχαμε αγορσμένο
είχα λογαριαστεί
ήμουν λογαριασμένος, -η
είχαμε λογαριαστεί
ήμαστε λογαριασμένοι, -ες
είχες λογαριάσει
είχες λογαριασμένο
είχατε λογαριάσει
είχατε λογαριασμένο
είχες λογαριαστεί
ήσουν λογαριασμένος, -η
είχατε λογαριαστεί
ήσαστε λογαριασμένοι, -ες
είχε λογαριάσει
είχε λογαριασμένο
είχαν λογαριάσει
είχαν λογαριασμένο
είχε λογαριαστεί
ήταν λογαριασμένος, -η, -ο
είχαν λογαριαστεί
ήταν λογαριασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα λογαριάζωθα λογαριάζουμε, θα λογαριάζομεθα λογαριάζομαιθα λογαριαζόμαστε
θα λογαριάζειςθα λογαριάζετεθα λογαριάζεσαιθα λογαριάζεστε, θα λογαριαζόσαστε
θα λογαριάζειθα λογαριάζουν(ε)θα λογαριάζεταιθα λογαριάζονται
Fut
ur
θα λογαριάσωθα λογαριάσουμε, θα λογαριάζομεθα λογαριαστώθα λογαριαστούμε
θα λογαριάσειςθα λογαριάσετεθα λογαριαστείςθα λογαριαστείτε
θα λογαριάσειθα λογαριάσουν(ε)θα λογαριαστείθα λογαριαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω λογαριάσει
θα έχω λογαριασμένο
θα έχουμε λογαριάσει
θα έχουμε λογαριασμένο
θα έχω λογαριαστεί
θα είμαι λογαριασμένος, -η
θα έχουμε λογαριαστεί
θα είμαστε λογαριασμένοι, -ες
θα έχεις λογαριάσει
θα έχεις λογαριασμένο
θα έχετε λογαριάσει
θα έχετε λογαριασμένο
θα έχεις λογαριαστεί
θα είσαι λογαριασμένος, -η
θα έχετε λογαριαστεί
θα είστε λογαριασμένοι, -ες
θα έχει λογαριάσει
θα έχει λογαριασμένο
θα έχουν λογαριάσει
θα έχουν λογαριασμένο
θα έχει λογαριαστεί
θα είναι λογαριασμένος, -η, -ο
θα έχουν λογαριαστεί
θα είναι λογαριασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να λογαριάζωνα λογαριάζουμε, να λογαριάζομενα λογαριάζομαινα λογαριαζόμαστε
να λογαριάζειςνα λογαριάζετενα λογαριάζεσαινα λογαριάζεστε, να λογαριαζόσαστε
να λογαριάζεινα λογαριάζουν(ε)να λογαριάζεταινα λογαριάζονται
Aoristνα λογαριάσωνα λογαριάσουμε, να λογαριάσομενα λογαριαστώνα λογαριαστούμε
να λογαριάσειςνα λογαριάσετενα λογαριαστείςνα λογαριαστείτε
να λογαριάσεινα λογαριάσουν(ε)να λογαριαστείνα λογαριαστούν(ε)
Perfνα έχω λογαριάσει
να έχω λογαριασμένο
να έχουμε λογαριάσει
να έχουμε λογαριασμένο
να έχω λογαριαστεί
να είμαι λογαριασμένος, -η
να έχουμε λογαριαστεί
να είμαστε λογαριασμένοι, -ες
να έχεις λογαριάσει
να έχεις λογαριασμένο
να έχετε λογαριάσει
να έχετε λογαριασμένο
να έχεις λογαριαστεί
να είσαι λογαριασμένος, -η
να έχετε λογαριαστεί
να είστε λογαριασμένοι, -ες
να έχει λογαριάσει
να έχει λογαριασμένο
να έχουν λογαριάσει
να έχουν λογαριασμένο
να έχει λογαριαστεί
να είναι λογαριασμένος, -η, -ο
να έχουν λογαριαστεί
να είναι λογαριασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presλογάριαζελογαριάζετελογαριάζεστε
Aoristλογάριασελογαριάστελογαριάσουλογαριαστείτε
Part
izip
Presλογαριάζονταςλογαριαζόμενος
Perfέχοντας λογαριάσει, έχοντας λογαριασμένολογαριασμένος, -η, -ολογαριασμένοι, -ες, -α
InfinAoristλογαριάσειλογαριαστεί




Griechische Definition zu λογαριάζω

λογαριάζω [loγarjázo] -ομαι : 1. υπολογίζω, μετρώ, κάνω αριθμητικές πράξεις, περιλαμβάνω κτ. σε έναν υπολογισμό: Aυτό το ταξίδι στοίχισε πενήντα χιλιάδες, χωρίς να λογαριάσουμε τα μεταφορικά. Οι μισθοί του προσωπικού λογαριάζονται στα έξοδα της επιχείρησης. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu λογαριάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15