λιποψυχώ  Verb  [lipopsicho, lipopsyxw]

Noch keine Übersetzung :(

Etymologie zu λιποψυχώ

λιποψυχώ altgriechisch λιποψυχέω / λιποψυχῶ λείπω + ψυχή


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.


Grammatik

Noch keine Grammatik zu λιποψυχώ.



Griechische Definition zu λιποψυχώ

λιποψυχώ [divpopsixó] .11α : μου λείπει, χάνω το θάρρος, το κουράγιο, δειλιάζω σε δύσκολες καταστάσεις· λιγοψυχώ.

[λόγ. < αρχ. λιποψυχῶ]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback