λανθάνω  Verb  [lanthano, lanthanw]

Ähnliche Bedeutung wie λανθάνω

Noch keine Synonyme

Ähnliche Wörter zu λανθάνω

λανθάνων -ουσα -ον

Grammatik


Ενεργητικός Ενεστώτας
προσωπικές
εγκλίσεις
οριστική υποτακτική ευκτική προστακτική
ἐγώ
λανθάνω
λανθάνω
λανθάνοιμι
-
σύ
λανθάνεις
λανθάνῃς
λανθάνοις
λάνθανε
οὖτος
λανθάνει
λανθάν
λανθάνοι
λανθανέτω
ἡμεῖς
λανθάνομεν
λανθάνωμεν
λανθάνοιμεν
-
ὑμεῖς
λανθάνετε
λανθάνητε
λανθάνοιτε
λανθάνετε
οὗτοι
λανθάνουσι(ν)
λανθάνωσι(ν)
λανθάνοιεν
λανθανόντων / λανθανέτωσαν
ονοματικοί
τύποι
απαρέμφατο μετοχή
λανθάνειν
λανθάνων
λανθάνουσα
λανθάνον




Griechische Definition zu λανθάνω

λανθάνω [lanθáno] Ρ (μόνο στο ενεστ. θ.) : (λόγ.) δε γίνομαι άμεσα αντιληπτός, δεν εκδηλώνομαι φανερά, υπάρχω κρυμμένος: Στη σημερινή φάση λανθάνει ο κίνδυνος του πυρηνικού πολέμου.

[λόγ. < αρχ. λανθάνω `ξεφεύγω την προσοχή, ξεχνώ΄]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu λανθάνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15