κυβερνώ  Verb  [kiverno, kybernw]

Ähnliche Bedeutung wie κυβερνώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze κυβερνώ

... των Πτολεμαίων, μίας ελληνικής οικογένειας μακεδονικής καταγωγής που κυβέρνησε την Αίγυπτο μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου κατά την Ελληνιστική ...

... του, Ρέμο, έπειτα από σφοδρή διαφωνία. Κατά μία εκδοχή για το ποιος θα κυβερνήσει τη νέα πόλη, κατά μία άλλη για το ποιος θα χαρίσει το όνομά του στην πόλη ...

... ο ιδρυτής της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και ο πρώτος της αυτοκράτορας, κυβερνώντας από το 27 π.Χ. έως το θάνατό του το 14 μ.Χ. Γεννήθηκε ως Γάιος Οκτάβιος ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze regieren

... Es ist leichter zu regieren als zu agieren. ...

... Nach der genauen Bedeutung des Ausdrucks existierte wahre Demokratie niemals. Es ist gegen die natürliche Ordnung, dass eine Majorität regieren würde und die Minorität regiert würde. ...

... Wie können wir andere regieren, wenn wir uns nicht selbst regieren können? ...

Quelle: kroko, Esperantostern, Esperantostern

Grammatik


ΚΥΒΕΡΝΩ
I govern
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κυβερνάω, κυβερνώκυβερνάμε, κυβερνούμεκυβερνιέμαικυβερνιόμαστε
κυβερνάςκυβερνάτεκυβερνιέσαικυβερνιέστε, κυβερνιόσαστε
κυβερνάει, κυβερνάκυβερνάν(ε), κυβερνούν(ε)κυβερνιέταικυβερνιούνται, κυβερνιόνται
Imper
fekt
κυβερνούσα, κυβέρναγακυβερνούσαμε, κυβερνάγαμεκυβερνιόμουν(α)κυβερνιόμαστε, κυβερνιόμασταν
κυβερνούσες, κυβέρναγεςκυβερνούσατε, κυβερνάγατεκυβερνιόσουν(α)κυβερνιόσαστε, κυβερνιόσασταν
κυβερνούσε, κυβέρναγεκυβερνούσαν(ε), κυβέρναγαν, κυβερνάγανεκυβερνιόταν(ε)κυβερνιόνταν(ε), κυβερνιούνταν, κυβερνιόντουσαν
Aoristκυβέρνησακυβερνήσαμεκυβερνήθηκακυβερνηθήκαμε
κυβέρνησεςκυβερνήσατεκυβερνήθηκεςκυβερνηθήκατε
κυβέρνησεκυβέρνησαν, κυβερνήσαν(ε)κυβερνήθηκεκυβερνήθηκαν, κυβερνηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω κυβερνήσει
έχω κυβερνημένο
έχουμε κυβερνήσει
έχουμε κυβερνημένο
έχω κυβερνηθεί
είμαι κυβερνημένος, -η
έχουμε κυβερνηθεί
είμαστε κυβερνημένοι, -ες
έχεις κυβερνήσει
έχεις κυβερνημένο
έχετε κυβερνήσει
έχετε κυβερνημένο
έχεις κυβερνηθεί
είσαι κυβερνημένος, -η
έχετε κυβερνηθεί
είστε κυβερνημένοι, -ες
έχει κυβερνήσει
έχει κυβερνημένο
έχουν κυβερνήσει
έχουν κυβερνημένο
έχει κυβερνηθεί
είναι κυβερνημένος, -η, -ο
έχουν κυβερνηθεί
είναι κυβερνημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα κυβερνήσει
είχα κυβερνημένο
είχαμε κυβερνήσει
είχαμε κυβερνημένο
είχα κυβερνηθεί
ήμουν κυβερνημένος, -η
είχαμε κυβερνηθεί
ήμαστε κυβερνημένοι, -ες
είχες κυβερνήσει
είχες κυβερνημένο
είχατε κυβερνήσει
είχατε κυβερνημένο
είχες κυβερνηθεί
ήσουν κυβερνημένος, -η
είχατε κυβερνηθεί
ήσαστε κυβερνημένοι, -ες
είχε κυβερνήσει
είχε κυβερνημένο
είχαν κυβερνήσει
είχαν κυβερνημένο
είχε κυβερνηθεί
ήταν κυβερνημένος, -η, -ο
είχαν κυβερνηθεί
ήταν κυβερνημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κυβερνάω, θα κυβερνώθα κυβερνάμε, θα κυβερνούμεθα κυβερνιέμαιθα κυβερνιόμαστε
θα κυβερνάςθα κυβερνάτεθα κυβερνιέσαιθα κυβερνιέστε, θα κυβερνιόσαστε
θα κυβερνάει, θα κυβερνάθα κυβερνάν(ε), θα κυβερνούν(ε)θα κυβερνιέταιθα κυβερνιούνται, θα κυβερνιόνται
Fut
ur
θα κυβερνήσωθα κυβερνήσουμε, θα κυβερνήσομεθα κυβερνηθώθα κυβερνηθούμε
θα κυβερνήσειςθα κυβερνήσετεθα κυβερνηθείςθα κυβερνηθείτε
θα κυβερνήσειθα κυβερνήσουν(ε)θα κυβερνηθείθα κυβερνηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κυβερνήσει
θα έχω κυβερνημένο
θα έχουμε κυβερνήσει
θα έχουμε κυβερνημένο
θα έχω κυβερνηθεί
θα είμαι κυβερνημένος, -η
θα έχουμε κυβερνηθεί
θα είμαστε κυβερνημένοι, -ες
θα έχεις κυβερνήσει
θα έχεις κυβερνημένο
θα έχετε κυβερνήσει
θα έχετε κυβερνημένο
θα έχεις κυβερνηθεί
θα είσαι κυβερνημένος, -η
θα έχετε κυβερνηθεί
θα είστε κυβερνημένοι, -ες
θα έχει κυβερνήσει
θα έχει κυβερνημένο
θα έχουν κυβερνήσει
θα έχουν κυβερνημένο
θα έχει κυβερνηθεί
θα είναι κυβερνημένος, -η, -ο
θα έχουν κυβερνηθεί
θα είναι κυβερνημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κυβερνάω, να κυβερνώνα κυβερνάμε, να κυβερνούμενα κυβερνιέμαινα κυβερνιόμαστε
να κυβερνάςνα κυβερνάτενα κυβερνιέσαινα κυβερνιέστε, να κυβερνιόσαστε
να κυβερνάει, να κυβερνάνα κυβερνάν(ε), να κυβερνούν(ε)να κυβερνιέταινα κυβερνιούνται, να κυβερνιόνται
Aoristνα κυβερνήσωνα κυβερνήσουμε, να κυβερνήσομενα κυβερνηθώνα κυβερνηθούμε
να κυβερνήσειςνα κυβερνήσετενα κυβερνηθείςνα κυβερνηθείτε
να κυβερνήσεινα κυβερνήσουν(ε)να κυβερνηθείνα κυβερνηθούν(ε)
Perfνα έχω κυβερνήσει
να έχω κυβερνημένο
να έχουμε κυβερνήσει
να έχουμε κυβερνημένο
να έχω κυβερνηθεί
να είμαι κυβερνημένος, -η
να έχουμε κυβερνηθεί
να είμαστε κυβερνημένοι, -ες
να έχεις κυβερνήσει
να έχεις κυβερνημένο
να έχετε κυβερνήσει
να έχετε κυβερνημένο
να έχεις κυβερνηθεί
να είσαι κυβερνημένος, -η
να έχετε κυβερνηθεί
να είστε κυβερνημένοι, -η
να έχει κυβερνήσει
να έχει κυβερνημένο
να έχουν κυβερνήσει
να έχουν κυβερνημένο
να έχει κυβερνηθεί
να είναι κυβερνημένος, -η, -ο
να έχουν κυβερνηθεί
να είναι κυβερνημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκυβέρνα, κυβέρναγεκυβερνάτεκυβερνιέστε
Aoristκυβέρνησε, κυβέρνακυβερνήστεκυβερνήσουκυβερνηθείτε
Part
izip
Presκυβερνώντας
Perfέχοντας κυβερνήσει, έχοντας κυβερνημένοκυβερνημένος, -η, -οκυβερνημένοι, -ες, -α
InfinAoristκυβερνήσεικυβερνηθεί






Griechische Definition zu κυβερνώ

κυβερνώ [kivernó] & -άω, -ιέμαι : 1α. διοικώ το κράτος, διαχειρίζομαι την εκτελεστική εξουσία μιας χώρας ως πρωθυπουργός: Ποιος επιτέλους κυβερνά αυτή τη χώρα; Ο βασιλιάς βασιλεύει αλλά δεν κυβερνά. Kυβέρνησε δημοκρατικά. β. για πλοίο, είμαι κυβερνήτης. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κυβερνώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15