κρεμώ  Verb  [kremo, kremw]

Ähnliche Bedeutung wie κρεμώ

Noch keine Synonyme

Ähnliche Wörter zu κρεμώ

κρεμώδης


Beispielsätze κρεμώ

... κρέμα Βαυαρίας ή πιο απλά μπαβαρουάζ, είναι ένα επιδόρπιο που γίνεται έχοντας σαν βάση μία κρέμ ανγκλέζ στην οποία αναμιγνύεται ζελατίνη, και κρέμα γάλακτος ...

... Η Κρέμα Σαντιγί ή σαντιγύ, όπως γραφόταν παλαιότερα, στα γαλ. (Crème Chantilly), είναι μια κρέμα γλυκιά, αφράτη από κρέμα γάλακτος και ζάχαρη που διακοσμεί ...

... Η κρέμα γάλακτος είναι ένα γαλακτοκομικό προϊόν που αποτελείται από την λιπαρή στιβάδα που σχηματίζεται στην κορυφή ενός περιέκτη γάλακτος άνευ ομογενοποίησης ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze hängen

... Dunkle Wolken hängen tief. ...

... Bitte hängen Sie den Mantel auf. ...

... Sie hängen in allen Bereichen an ihren alten Sitten. ...

Quelle: MUIRIEL, xtofu80, xtofu80

Grammatik


ΚΡΕΜΩ
I hang
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κρεμάω, κρεμώκρεμάμε, κρεμούμεκρεμιέμαικρεμιόμαστε
κρεμάςκρεμάτεκρεμιέσαικρεμιέστε, κρεμιόσαστε
κρεμάει, κρεμάκρεμάν(ε), κρεμούν(ε)κρεμιέταικρεμιούνται, κρεμιόνται
Imper
fekt
κρεμούσα, κρέμαγακρεμούσαμε, κρεμάγαμεκρεμιόμουν(α)κρεμιόμαστε, κρεμιόμασταν
κρεμούσες, κρέμαγεςκρεμούσατε, κρεμάγατεκρεμιόσουν(α)κρεμιόσαστε, κρεμιόσασταν
κρεμούσε, κρέμαγεκρεμούσαν(ε), κρέμαγαν, κρεμάγανεκρεμιόταν(ε)κρεμιόνταν(ε), κρεμιούνταν, κρεμιόντουσαν
Aoristκρέμασακρεμάσαμεκρεμάστηκακρεμαστήκαμε
κρέμασεςκρεμάσατεκρεμάστηκεςκρεμαστήκατε
κρέμασεκρέμασαν, κρεμάσαν(ε)κρεμάστηκεκρεμάστηκαν, κρεμαστήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω κρεμάσει
έχω κρεμασμένο
έχουμε κρεμάσει
έχουμε κρεμασμένο
έχω κρεμαστεί
είμαι κρεμασμένος, -η
έχουμε κρεμαστεί
είμαστε κρεμασμένοι, -ες
έχεις κρεμάσει
έχεις κρεμασμένο
έχετε κρεμάσει
έχετε κρεμασμένο
έχεις κρεμαστεί
είσαι κρεμασμένος, -η
έχετε κρεμαστεί
είστε κρεμασμένοι, -ες
έχει κρεμάσει
έχει κρεμασμένο
έχουν κρεμάσει
έχουν κρεμασμένο
έχει κρεμαστεί
είναι κρεμασμένος, -η, -ο
έχουν κρεμαστεί
είναι κρεμασμένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα κρεμάσει
είχα κρεμασμένο
είχαμε κρεμάσει
είχαμε κρεμασμένο
είχα κρεμαστεί
ήμουν κρεμασμένος, -η
είχαμε κρεμαστεί
ήμαστε κρεμασμένοι, -ες
είχες κρεμάσει
είχες κρεμασμένο
είχατε κρεμάσει
είχατε κρεμασμένο
είχες κρεμαστεί
ήσουν κρεμασμένος, -η
είχατε κρεμαστεί
ήσαστε κρεμασμένοι, -ες
είχε κρεμάσει
είχε κρεμασμένο
είχαν κρεμάσει
είχαν κρεμασμένο
είχε κρεμαστεί
ήταν κρεμημενος, -η, -ο
είχαν κρεμαστεί
ήταν κρεμασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κρεμάω, θα κρεμώθα κρεμάμε, θα κρεμούμεθα κρεμιέμαιθα κρεμιόμαστε
θα κρεμάςθα κρεμάτεθα κρεμιέσαιθα κρεμιέστε, θα κρεμιόσαστε
θα κρεμάει, θα κρεμάθα κρεμάν(ε), θα κρεμούν(ε)θα κρεμιέταιθα κρεμιούνται, θα κρεμιόνται
Fut
ur
θα κρεμάσωθα κρεμάσουμε, θα κρεμάσομεθα κρεμαστώθα κρεμαστούμε
θα κρεμάσειςθα κρεμάσετεθα κρεμαστείςθα κρεμαστείτε
θα κρεμάσειθα κρεμάσουν(ε)θα κρεμαστείθα κρεμαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κρεμάσει
θα έχω κρεμασμένο
θα έχουμε κρεμάσει
θα έχουμε κρεμασμένο
θα έχω κρεμαστεί
θα είμαι κρεμασμένος, -η
θα έχουμε κρεμαστεί
θα είμαστε κρεμασμένοι, -ες
θα έχεις κρεμάσει
θα έχεις κρεμασμένο
θα έχετε κρεμάσει
θα έχετε κρεμασμένο
θα έχεις κρεμαστεί
θα είσαι κρεμασμένος, -η
θα έχετε κρεμαστεί
θα είστε κρεμημενοι, -ες
θα έχει κρεμάσει
θα έχει κρεμασμένο
θα έχουν κρεμάσει
θα έχουν κρεμασμένο
θα έχει κρεμαστεί
θα είναι κρεμημένος, -η, -ο
θα έχουν κρεμαστεί
θα είναι κρεμασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κρεμάω, να κρεμώνα κρεμάμε, να κρεμούμενα κρεμιέμαινα κρεμιόμαστε
να κρεμάςνα κρεμάτενα κρεμιέσαινα κρεμιέστε
να κρεμάει, να κρεμάνα κρεμάν(ε), να κρεμούν(ε)να κρεμιέταινα κρεμιούνται, να κρεμιόνται
Aoristνα κρεμάσωνα κρεμάσουμε, να κρεμάσομενα κρεμαστώνα κρεμαστούμε
να κρεμάσειςνα κρεμάσετενα κρεμαστείςνα κρεμαστείτε
να κρεμάσεινα κρεμάσουν(ε)να κρεμαστείνα κρεμαστούν(ε)
Perfνα έχω κρεμάσει
να έχω κρεμασμένο
να έχουμε κρεμάσει
να έχουμε κρεμασμένο
να έχω κρεμαστεί
να είμαι κρεμασμένος, -η
να έχουμε κρεμαστεί
να είμαστε κρεμημενοι, -ες
να έχεις κρεμάσει
να έχεις κρεμασμένο
να έχετε κρεμάσει
να έχετε κρεμασμένο
να έχεις κρεμαστεί
να είσαι κρεμασμένος, -η
να έχετε κρεμαστεί
να είστε κρεμασμένοι, -η
να έχει κρεμάσει
να έχει κρεμασμένο
να έχουν κρεμάσει
να έχουν κρεμασμένο
να έχει κρεμαστεί
να είναι κρεμημένος, -η, -ο
να έχουν κρεμαστεί
να είναι κρεμασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκρέμα, κρέμαγεκρεμάτεκρεμιέστε
Aoristκρέμασε, κρέμακρεμάστεκρεμάσουκρεμαστείτε
Part
izip
Presκρεμώντας
Perfέχοντας κρεμάσει, έχοντας κρεμασμένοκρεμασμένος, -η, -οκρεμασμένοι, -ες, -α
InfinAoristκρεμάσεικρεμαστεί








Griechische Definition zu κρεμώ

κρεμώ [kremó] & -άω, -ιέμαι : 1. στερεώνω κτ. σε ψηλό σημείο αφήνοντας ελεύθερο το κάτω του άκρο: κρεμώ τις κουρτίνες / τους πίνακες. H τσάντα αυτή κρεμιέται από τον ώμο. Tα ρούχα είναι κρεμασμένα στην ντουλάπα. ΦΡ κρεμώ κπ., αθετώ την υπόσχεσή μου: Mε κρέμασε και δεν ήρθε στον κινηματογράφο, όπως είχε υποσχεθεί. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κρεμώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15