κουμπώνω Verb  [kubono, koympwnw]

  Verb
(1)
  Verb
(0)

Etymologie zu κουμπώνω

κουμπώνω mittelgriechisch κουμπώνω κομπώνω Koine-Griechisch κομβόω / κομβῶ κομβίον


GriechischDeutsch
Μα κουμπώνω μόνος μου το παντελόνι μου.Aber mir muss keiner die Hose zuknöpfen.

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter
Deutsche Synonyme
Noch keine deutschen Synonyme

Grammatik

Grammatik zu κουμπώνω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κουμπώνωκουμπώνουμε, κουμπώνομεκουμπώνομαικουμπωνόμαστε
κουμπώνειςκουμπώνετεκουμπώνεσαικουμπώνεστε, κουμπωνόσαστε
κουμπώνεικουμπώνουν(ε)κουμπώνεταικουμπώνονται
Imper
fekt
κούμπωνακουμπώναμεκουμπωνόμουν(α)κουμπωνόμαστε, κουμπωνόμασταν
κούμπωνεςκουμπώνατεκουμπωνόσουν(α)κουμπωνόσαστε, κουμπωνόσασταν
κούμπωνεκούμπωναν, κουμπώναν(ε)κουμπωνόταν(ε)κουμπώνονταν, κουμπωνόντανε, κουμπωνόντουσαν
Aoristκούμπωσακουμπώσαμεκουμπώθηκακουμπωθήκαμε
κούμπωσεςκουμπώσατεκουμπώθηκεςκουμπωθήκατε
κούμπωσεκούμπωσαν, κουμπώσαν(ε)κουμπώθηκεκουμπώθηκαν, κουμπωθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω κουμπώσει
έχω κουμπωμένο
έχουμε κουμπώσει
έχουμε κουμπωμένο
έχω κουμπωθεί
είμαι κουμπωμένος, -η
έχουμε κουμπωθεί
είμαστε κουμπωμένοι, -ες
έχεις κουμπώσει
έχεις κουμπωμένο
έχετε κουμπώσει
έχετε κουμπωμένο
έχεις κουμπωθεί
είσαι κουμπωμένος, -η
έχετε κουμπωθεί
είστε κουμπωμένοι, -ες
έχει κουμπώσει
έχει κουμπωμένο
έχουν κουμπώσει
έχουν κουμπωμένο
έχει κουμπωθεί
είναι κουμπωμένος, -η, -ο
έχουν κουμπωθεί
είναι κουμπωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα κουμπώσει
είχα κουμπωμένο
είχαμε κουμπώσει
είχαμε κουμπωμένο
είχα κουμπωθεί
ήμουν κουμπωμένος, -η
είχαμε κουμπωθεί
ήμαστε κουμπωμένοι, -ες
είχες κουμπώσει
είχες κουμπωμένο
είχατε κουμπώσει
είχατε κουμπωμένο
είχες κουμπωθεί
ήσουν κουμπωμένος, -η
είχατε κουμπωθεί
ήσαστε κουμπωμένοι, -ες
είχε κουμπώσει
είχε κουμπωμένο
είχαν κουμπώσει
είχαν κουμπωμένο
είχε κουμπωθεί
ήταν κουμπωμένος, -η, -ο
είχαν κουμπωθεί
ήταν κουμπωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κουμπώνωθα κουμπώνουμε, θα κουμπώνομεθα κουμπώνομαιθα κουμπωνόμαστε
θα κουμπώνειςθα κουμπώνετεθα κουμπώνεσαιθα κουμπώνεστε, θα κουμπωνόσαστε
θα κουμπώνειθα κουμπώνουν(ε)θα κουμπώνεταιθα κουμπώνονται
Fut
ur
θα κουμπώσωθα κουμπώσουμε, θα κουμπώσομεθα κουμπωθώθα κουμπωθούμε
θα κουμπώσειςθα κουμπώσετεθα κουμπωθείςθα κουμπωθείτε
θα κουμπώσειθα κουμπώσουνθα κουμπωθείθα κουμπωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κουμπώσει
θα έχω κουμπωμένο
θα έχουμε κουμπώσει
θα έχουμε κουμπωμένο
θα έχω κουμπωθεί
θα είμαι κουμπωμένος, -η
θα έχουμε κουμπωθεί
θα είμαστε κουμπωμένοι, -ες
θα έχεις κουμπώσει
θα έχεις κουμπωμένο
θα έχετε κουμπώσει
θα έχετε κουμπωμένο
θα έχεις κουμπωθεί
θα είσαι κουμπωμένος, -η
θα έχετε κουμπωθεί
θα είστε κουμπωμένοι, -ες
θα έχει κουμπώσει
θα έχει κουμπωμένο
θα έχουν κουμπώσει
θα έχουν κουμπωμένο
θα έχει κουμπωθεί
θα είναι κουμπωμένος, -η, -ο
θα έχουν κουμπωθεί
θα είναι κουμπωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κουμπώνωνα κουμπώνουμε, να κουμπώνομενα κουμπώνομαινα κουμπωνόμαστε
να κουμπώνειςνα κουμπώνετενα κουμπώνεσαινα κουμπώνεστε, να κουμπωνόσαστε
να κουμπώνεινα κουμπώνουν(ε)να κουμπώνεταινα κουμπώνονται
Aoristνα κουμπώσωνα κουμπώσουμε, να κουμπώσομενα κουμπωθώνα κουμπωθούμε
να κουμπώσειςνα κουμπώσετενα κουμπωθείςνα κουμπωθείτε
να κουμπώσεινα κουμπώσουν(ε)να κουμπωθείνα κουμπωθούν(ε)
Perfνα έχω κουμπώσει
να έχω κουμπωμένο
να έχουμε κουμπώσει
να έχουμε κουμπωμένο
να έχω κουμπωθεί
να είμαι κουμπωμένος, -η
να έχουμε κουμπωθεί
να είμαστε κουμπωμένοι, -ες
να έχεις κουμπώσει
να έχεις κουμπωμένο
να έχετε κουμπώσει
να έχετε κουμπωμένο
να έχεις κουμπωθεί
να είσαι κουμπωμένος, -η
να έχετε κουμπωθεί
να είστε κουμπωμένοι, -ες
να έχει κουμπώσει
να έχει κουμπωμένο
να έχουν κουμπώσει
να έχουν κουμπωμένο
να έχει κουμπωθεί
να είναι κουμπωμένος, -η, -ο
να έχουν κουμπωθεί
να είναι κουμπωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκούμπωνεκουμπώνετεκουμπώνεστε
Aoristκούμπωσεκουμπώστε, κουμπώσετεκουμπώσουκουμπωθείτε
Part
izip
Presκουμπώνοντας
Perfέχοντας κουμπώσει, έχοντας κουμπωμένοκουμπωμένος, -η, -οκουμπωμένοι, -ες, -α
InfinAoristκουμπώσεικουμπωθεί







Griechische Definition zu κουμπώνω

κουμπώνω [kumbóno] -ομαι : 1α. περνώ το κουμπί μέσα από την αντίστοιχη κουμπότρυπα: Kούμπωσε τα κουμπιά σου! β. κλείνω το άνοιγμα ενός ρούχου, περνώντας τα κουμπιά μέσα από τις κουμπότρυπες: κουμπώνω τη ζακέτα / το παλτό / το παντελόνι μου. H μπλούζα της δεν είναι κουμπωμένη. || Kουμπώθηκες; Είσαι κουμπωμένος;, κούμπωσες τα ρούχα σου; || Φορούσε μια μπλούζα που κούμπωνε από πίσω. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback