κουμπώνω  Verb  [kubono, koympwnw]

Ähnliche Bedeutung wie κουμπώνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze κουμπώνω

... ανδρικό ένδυμα, υφασμένο από μαλλί. Τον φορούσαν στον αριστερό ώμο, ενώ κούμπωνε επάνω από το δεξί ώμο με παραμάνα, αφήνοντας το δεξί μέρος του σώματος ...

... είναι ένα άσπρο βαμβακερό υφαντό πουκάμισο με μακριά στενά μανίκια που κουμπώνει στους καρπούς και στο λαιμό. Το μπιμπιζάρι είναι το μεταξωτό ύφασμα από ...

... από έναν δωρικό μάλλινο πέπλο. Η μέση της κόρης σφίγγεται από ζώνη που κουμπώνει μπροστά με τα άκρα της να κρέμονται. Η κεφαλή και το πρόσωπο διακρίνονται ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze knöpfen

... (Uniformknöpfe), Gravuren, Cloisonné oder (bei bezogenen Knöpfen) Stickerei. Überall dort, wo Knöpfe bei der Reinigung und sonstigen Behandlungen von Kleidungsstücken ...

... Jim Knopf und Lukas der Lokomotivführer ist ein Kinderbuch des deutschen Schriftstellers Michael Ende aus dem Jahr 1960. Der Folgeband aus dem Jahr 1962 ...

... deutschen Jugendbuchautoren. Bücher wie Die unendliche Geschichte, Momo und Jim Knopf und Lukas der Lokomotivführer waren internationale Erfolge und wurden vielfach ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΚΟΥΜΠΩΝΩ
I button
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κουμπώνωκουμπώνουμε, κουμπώνομεκουμπώνομαικουμπωνόμαστε
κουμπώνειςκουμπώνετεκουμπώνεσαικουμπώνεστε, κουμπωνόσαστε
κουμπώνεικουμπώνουν(ε)κουμπώνεταικουμπώνονται
Imper
fekt
κούμπωνακουμπώναμεκουμπωνόμουν(α)κουμπωνόμαστε, κουμπωνόμασταν
κούμπωνεςκουμπώνατεκουμπωνόσουν(α)κουμπωνόσαστε, κουμπωνόσασταν
κούμπωνεκούμπωναν, κουμπώναν(ε)κουμπωνόταν(ε)κουμπώνονταν, κουμπωνόντανε, κουμπωνόντουσαν
Aoristκούμπωσακουμπώσαμεκουμπώθηκακουμπωθήκαμε
κούμπωσεςκουμπώσατεκουμπώθηκεςκουμπωθήκατε
κούμπωσεκούμπωσαν, κουμπώσαν(ε)κουμπώθηκεκουμπώθηκαν, κουμπωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω κουμπώσει
έχω κουμπωμένο
έχουμε κουμπώσει
έχουμε κουμπωμένο
έχω κουμπωθεί
είμαι κουμπωμένος, -η
έχουμε κουμπωθεί
είμαστε κουμπωμένοι, -ες
έχεις κουμπώσει
έχεις κουμπωμένο
έχετε κουμπώσει
έχετε κουμπωμένο
έχεις κουμπωθεί
είσαι κουμπωμένος, -η
έχετε κουμπωθεί
είστε κουμπωμένοι, -ες
έχει κουμπώσει
έχει κουμπωμένο
έχουν κουμπώσει
έχουν κουμπωμένο
έχει κουμπωθεί
είναι κουμπωμένος, -η, -ο
έχουν κουμπωθεί
είναι κουμπωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα κουμπώσει
είχα κουμπωμένο
είχαμε κουμπώσει
είχαμε κουμπωμένο
είχα κουμπωθεί
ήμουν κουμπωμένος, -η
είχαμε κουμπωθεί
ήμαστε κουμπωμένοι, -ες
είχες κουμπώσει
είχες κουμπωμένο
είχατε κουμπώσει
είχατε κουμπωμένο
είχες κουμπωθεί
ήσουν κουμπωμένος, -η
είχατε κουμπωθεί
ήσαστε κουμπωμένοι, -ες
είχε κουμπώσει
είχε κουμπωμένο
είχαν κουμπώσει
είχαν κουμπωμένο
είχε κουμπωθεί
ήταν κουμπωμένος, -η, -ο
είχαν κουμπωθεί
ήταν κουμπωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κουμπώνωθα κουμπώνουμε, θα κουμπώνομεθα κουμπώνομαιθα κουμπωνόμαστε
θα κουμπώνειςθα κουμπώνετεθα κουμπώνεσαιθα κουμπώνεστε, θα κουμπωνόσαστε
θα κουμπώνειθα κουμπώνουν(ε)θα κουμπώνεταιθα κουμπώνονται
Fut
ur
θα κουμπώσωθα κουμπώσουμε, θα κουμπώσομεθα κουμπωθώθα κουμπωθούμε
θα κουμπώσειςθα κουμπώσετεθα κουμπωθείςθα κουμπωθείτε
θα κουμπώσειθα κουμπώσουνθα κουμπωθείθα κουμπωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κουμπώσει
θα έχω κουμπωμένο
θα έχουμε κουμπώσει
θα έχουμε κουμπωμένο
θα έχω κουμπωθεί
θα είμαι κουμπωμένος, -η
θα έχουμε κουμπωθεί
θα είμαστε κουμπωμένοι, -ες
θα έχεις κουμπώσει
θα έχεις κουμπωμένο
θα έχετε κουμπώσει
θα έχετε κουμπωμένο
θα έχεις κουμπωθεί
θα είσαι κουμπωμένος, -η
θα έχετε κουμπωθεί
θα είστε κουμπωμένοι, -ες
θα έχει κουμπώσει
θα έχει κουμπωμένο
θα έχουν κουμπώσει
θα έχουν κουμπωμένο
θα έχει κουμπωθεί
θα είναι κουμπωμένος, -η, -ο
θα έχουν κουμπωθεί
θα είναι κουμπωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κουμπώνωνα κουμπώνουμε, να κουμπώνομενα κουμπώνομαινα κουμπωνόμαστε
να κουμπώνειςνα κουμπώνετενα κουμπώνεσαινα κουμπώνεστε, να κουμπωνόσαστε
να κουμπώνεινα κουμπώνουν(ε)να κουμπώνεταινα κουμπώνονται
Aoristνα κουμπώσωνα κουμπώσουμε, να κουμπώσομενα κουμπωθώνα κουμπωθούμε
να κουμπώσειςνα κουμπώσετενα κουμπωθείςνα κουμπωθείτε
να κουμπώσεινα κουμπώσουν(ε)να κουμπωθείνα κουμπωθούν(ε)
Perfνα έχω κουμπώσει
να έχω κουμπωμένο
να έχουμε κουμπώσει
να έχουμε κουμπωμένο
να έχω κουμπωθεί
να είμαι κουμπωμένος, -η
να έχουμε κουμπωθεί
να είμαστε κουμπωμένοι, -ες
να έχεις κουμπώσει
να έχεις κουμπωμένο
να έχετε κουμπώσει
να έχετε κουμπωμένο
να έχεις κουμπωθεί
να είσαι κουμπωμένος, -η
να έχετε κουμπωθεί
να είστε κουμπωμένοι, -ες
να έχει κουμπώσει
να έχει κουμπωμένο
να έχουν κουμπώσει
να έχουν κουμπωμένο
να έχει κουμπωθεί
να είναι κουμπωμένος, -η, -ο
να έχουν κουμπωθεί
να είναι κουμπωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκούμπωνεκουμπώνετεκουμπώνεστε
Aoristκούμπωσεκουμπώστε, κουμπώσετεκουμπώσουκουμπωθείτε
Part
izip
Presκουμπώνοντας
Perfέχοντας κουμπώσει, έχοντας κουμπωμένοκουμπωμένος, -η, -οκουμπωμένοι, -ες, -α
InfinAoristκουμπώσεικουμπωθεί






Griechische Definition zu κουμπώνω

κουμπώνω [kumbóno] -ομαι : 1α. περνώ το κουμπί μέσα από την αντίστοιχη κουμπότρυπα: Kούμπωσε τα κουμπιά σου! β. κλείνω το άνοιγμα ενός ρούχου, περνώντας τα κουμπιά μέσα από τις κουμπότρυπες: κουμπώνω τη ζακέτα / το παλτό / το παντελόνι μου. H μπλούζα της δεν είναι κουμπωμένη. || Kουμπώθηκες; Είσαι κουμπωμένος;, κούμπωσες τα ρούχα σου; || Φορούσε μια μπλούζα που κούμπωνε από πίσω. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κουμπώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15