κοροϊδεύω  Verb  [koroidevo, koroithevo, koroideyw]

Ähnliche Bedeutung wie κοροϊδεύω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze κοροϊδεύω

... Βέινεμουινεν, του εμφανίζεται με μορφή ψαριού, αλλά του ξεφεύγει και τον κοροϊδεύει για την "ευκαιρία" που έχασε. Ο Γιόουκαχαϊνεν, γεμάτος ζήλια για το μεγάλο ...

... δόξα. Ωστόσο, πολλοί κωμωδιογράφοι και πολιτικοί του αντίπαλοι αργότερα κορόιδευαν τον Περικλή και συνέδεαν το όνειρο αυτό με το ασυνήθιστο σχήμα του κεφαλιού ...

... Παναγιώτη Κελεσίδη, αποχώρησε επειδή «ανακάλυψε ότι οι συνεργάτες του τον κορόιδευαν». Ο Νίκος Γουλανδρής θεωρείται ένας από τους καλύτερους προέδρους της ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze betrogener

... Die Betrogene ist die letzte abgeschlossene Erzählung von Thomas Mann. Sie entstand in den Jahren 1952 und 1953 und erzählt die Geschichte einer Frau ...

... Betrogen heißen die Filme Betrogen (1971), US-amerikanisches Filmdrama Betrogen (1985), deutsches Filmdramadas Theaterstück Betrogen (Pinter), Stück ...

... बाज़ीगर, bāzīgar; dt.: Jongleur, Spieler; Alternativtitel: Baazigar: Betrogene Liebe) ist ein Hindi-Film von Abbas Burmawalla und Mustan Burmawalla, ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΚΟΡΟΙΔΕΥΩ
Ι mock
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κοροϊδεύωκοροϊδεύουμε, κοροϊδεύομε
κοροϊδεύειςκοροϊδεύετε
κοροϊδεύεικοροϊδεύουν(ε)
Imper
fekt
κορόιδευακοροιδεύαμε
κορόιδευεςκοροιδεύατε
κορόιδευεκορόιδευαν, κοροιδεύαν(ε)
Aoristκορόιδεψακοροιδέψαμε
κορόιδεψεςκοροιδέψατε
κορόιδεψεκορόιδεψαν, κοροιδέψαν(ε)
Per
fect
έχω κοροιδέψειέχουμε κοροιδέψει
έχεις κοροιδέψειέχετε κοροιδέψει
έχει κοροιδέψειέχουν κοροιδέψει
Plu
per
fect
είχα κοροιδέψειείχαμε κοροιδέψει
είχες κοροιδέψειείχατε κοροιδέψει
είχε κοροιδέψειείχαν κοροιδέψει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κοροϊδεύωθα κοροϊδεύουμε, θα κοροϊδεύομε
θα κοροϊδεύειςθα κοροϊδεύετε
θα κοροϊδεύειθα κοροϊδεύουν(ε)
Fut
ur
θα κοροιδέψωθα κοροιδέψουμε, θα κοροιδέψομε
θα κοροιδέψειςθα κοροιδέψετε
θα κοροιδέψειθα κοροιδέψουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κοροιδέψειθα έχουμε κοροιδέψει
θα έχεις κοροιδέψειθα έχετε κοροιδέψει
θα έχει κοροιδέψειθα έχουν κοροιδέψει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κοροϊδεύωνα κοροϊδεύουμε, να κοροϊδεύομε
να κοροϊδεύειςνα κοροϊδεύετε
να κοροϊδεύεινα κοροϊδεύουν(ε)
Aoristνα κοροιδέψωνα κοροιδέψουμε, να κοροιδέψομε
να κοροιδέψειςνα κοροιδέψετε
να κοροιδέψεινα κοροιδέψουν(ε)
Perfνα έχω κοροιδέψεινα έχουμε κοροιδέψει
να έχεις κοροιδέψεινα έχετε κοροιδέψει
να έχει κοροιδέψεινα έχουν κοροιδέψει
Imper
ativ
Presκορόιδευεκοροϊδεύετε
Aoristκορόιδεψεκοροϊδέψτε, κοροϊδεύτε
Part
izip
Presκοροϊδεύοντας
Perfέχοντας κοροιδέψει
InfinAoristκοροιδέψει














Griechische Definition zu κοροϊδεύω

κοροϊδεύω [koroiδévo] -ομαι : 1α. υπερτονίζω τα αρνητικά ή ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάποιου για να προκαλέσω σε βάρος του γέλια ή σχόλια: Tον κορόιδευαν για τον τρόπο που μιλούσε. Δεν πρέπει να κοροϊδεύετε τους ζητιάνους / τους φτωχούς / τους κακούς μαθητές. Όποιος κοροϊδεύει τους άλλους, κοροϊδεύει τον εαυτό του. Ό,τι κοροϊδεύεις το κουκουλώνεσαι / το λούζεσαι, το παθαίνεις. || Mαμά, ο Γιώργος με κοροϊδεύει!, μου κάνει αστείες γκριμάτσες ή χειρονομίες. β. εκφράζομαι με ασέβεια για κτ. που είναι ή θεωρείται ιερό, σεβαστό: Mην κοροϊδεύεις τη θρησκεία. (έκφρ.) μην το κοροϊδεύεις! / το κοροϊδεύεις;, μην το θεωρείς ασήμαντο, απίθανο ή αστείο. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κοροϊδεύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15