κολυμπώ  Verb  [kolibo, kolympw]

Ähnliche Bedeutung wie κολυμπώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze κολυμπώ

... Ξέρω να κολυμπώ, αλλά δε μ' αρέσει να κολυμπώ στο ποτάμι. ...

Quelle: musiclover


Beispielsätze schwimmen

... Als Kind bin ich öfter im Meer schwimmen gegangen. ...

... Ich bin mit Hiroko im See schwimmen gegangen. ...

... Ich habe ihn schwimmen sehen. ...

Quelle: human600, MUIRIEL, MUIRIEL

Grammatik


ΚΟΛΥΜΠΩ
I swim
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κολυμπάω, κολυμπώκολυμπάμε, κολυμπούμε
κολυμπάςκολυμπάτε
κολυμπάει, κολυμπάκολυμπάν(ε), κολυμπούν(ε)
Imper
fekt
κολυμπούσα, κολύμπαγακολυμπούσαμε, κολυμπάγαμε
κολυμπούσες, κολύμπαγεςκολυμπούσατε, κολυμπάγατε
κολυμπούσε, κολύμπαγεκολυμπούσαν(ε), κολύμπαγαν, κολυμπάγανε
Aoristκολύμπησακολυμπήσαμε
κολύμπησεςκολυμπήσατε
κολύμπησεκολύμπησαν, κολυμπήσαν(ε)
Perf
ekt
έχω κολυμπήσειέχουμε κολυμπήσει
έχεις κολυμπήσειέχετε κολυμπήσει
έχει κολυμπήσειέχουν κολυμπήσει
Plu
perf
ekt
είχα κολυμπήσειείχαμε κολυμπήσει
είχες κολυμπήσειείχατε κολυμπήσει
είχε κολυμπήσειείχαν κολυμπήσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κολυμπάω, θα κολυμπώθα κολυμπάμε, θα κολυμπούμε
θα κολυμπάςθα κολυμπάτε
θα κολυμπάει, θα κολυμπάθα κολυμπάν(ε), θα κολυμπούν(ε)
Fut
ur
θα κολυμπήσωθα κολυμπήσουμε, θα κολυμπήσομε
θα κολυμπήσειςθα κολυμπήσετε
θα κολυμπήσειθα κολυμπήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κολυμπήσειθα έχουμε κολυμπήσει
θα έχεις κολυμπήσειθα έχετε κολυμπήσει
θα έχει κολυμπήσειθα έχουν κολυμπήσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κολυμπάω, να κολυμπώνα κολυμπάμε, να κολυμπούμε
να κολυμπάςνα κολυμπάτε
να κολυμπάει, να κολυμπάνα κολυμπάν(ε), να κολυμπούν(ε)
Aoristνα κολυμπήσωνα κολυμπήσουμε, να κολυμπήσομε
να κολυμπήσειςνα κολυμπήσετε
να κολυμπήσεινα κολυμπήσουν(ε)
Perfνα έχω κολυμπήσεινα έχουμε κολυμπήσει
να έχεις κολυμπήσεινα έχετε κολυμπήσει
να έχει κολυμπήσεινα έχουν κολυμπήσει
Imper
ativ
Presκολύμπα, κολύμπαγεκολυμπάτε
Aoristκολύμπησε, κολύμπακολυμπήστε
Part
izip
Presκολυμπώντας
Perfέχοντας κολυμπήσει
InfinAoristκολυμπήσει




Griechische Definition zu κολυμπώ

κολυμπώ [kodivmbó] & -άω .1α : 1. κινούμαι στην επιφάνεια του νερού κάνοντας τις κατάλληλες κινήσεις με τα χέρια και με τα πόδια: Δεν ξέρει να κολυμπάει. Kολυμπάει σαν ψάρι. Πέρασε τη Mάγχη κολυμπώντας. || κολυμπώ ύπτιο / πεταλούδα / κρόουλ, για τα διάφορα είδη κολύμβησης. ΦΡ άμα πέσεις στη θάλασσα θα κολυμπήσεις, για αναγκαστική προσαρμογή που καθορίζεται από τις συνθήκες. κολυμπάει στα βαθιά νερά, επιχειρεί κτ. πολύ δύσκολο. κολυμπάει στα ρούχα του, αδυνάτισε πολύ ή τα ρούχα που φοράει του είναι πολύ φαρδιά. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κολυμπώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15