κοιμάμαι  Verb  [kimame, koimamai]

Ähnliche Bedeutung wie κοιμάμαι


Beispielsätze κοιμάμαι

... Έμαθα να κοιμάμαι νωρίς. ...

... Πάντα κοιμάμαι και ξυπνάω νωρίς. ...

... Δεν κοιμάμαι αρκετά. ...

Quelle: enteka, ggia, musiclover


Beispielsätze schlafen

... Ich muss schlafen gehen. ...

... Ich denke, ich werde schlafen gehen. ...

... "Wenn du müde bist, wieso gehst du nicht schlafen?" "Weil ich zu früh aufwachen werde, wenn ich jetzt schlafen gehe." ...

Quelle: cburgmer, MUIRIEL, MUIRIEL

Grammatik


koimizo">ΚΟΙΜΑΜΑΙ
I sleep
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κοιμάμαι, κοιμούμαικοιμόμαστε, κοιμούμαστε
κοιμάσαικοιμάστε, κοιμόσαστε
κοιμάταικοιμούνται, κοιμόνται
Imper
fekt
κοιμόμουν(α)κοιμόμαστε, κοιμούμαστε, κοιμόμασταν
κοιμόσουν(α)κοιμόσαστε, κοιμόσασταν
κοιμόταν(ε)κοιμόνταν(ε), κοιμούνταν, κοιμόντουσαν
Aoristκοιμήθηκακοιμηθήκαμε
κοιμήθηκεςκοιμηθήκατε
κοιμήθηκεκοιμήθηκαν, κοιμηθήκαν(ε)
Per
fect
έχω κοιμηθεί
είμαι κοιμισμένος, -η
έχουμε κοιμηθεί
είμαστε κοιμισμένοι, -ες
έχεις κοιμηθεί
είσαι κοιμισμένος, -η
έχετε κοιμηθεί
είστε κοιμισμένοι, -ες
έχει κοιμηθεί
είναι κοιμισμένος, -η, -ο
έχουν κοιμηθεί
είναι κοιμισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα κοιμηθεί
ήμουν κοιμισμένος, -η
είχαμε κοιμηθεί
ήμαστε κοιμισμένοι, -ες
είχες κοιμηθεί
ήσουν κοιμισμένος, -η
είχατε κοιμηθεί
ήσαστε κοιμισμένοι, -ες
είχε κοιμηθεί
ήταν κοιμισμένος, -η, -ο
είχατε κοιμηθεί
ήταν κοιμισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κοιμάμαι, θα κοιμούμαιθα κοιμόμαστε, θα κοιμούμαστε
θα κοιμάσαιθα κοιμάστε, θα κοιμόσαστε
θα κοιμάταιθα κοιμούνται, θα κοιμόνται
Fut
ur
θα κοιμηθώθα κοιμηθούμε
θα κοιμηθείςθα κοιμηθείτε
θα κοιμηθείθα κοιμηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κοιμηθεί
θα είμαι κοιμισμένος, -η
θα έχουμε κοιμηθεί
θα είμαστε κοιμισμένοι, -ες
θα έχεις κοιμηθεί
θα είσαι κοιμισμένος, -η
θα έχετε φαντάστει
θα είστε κοιμισμένοι, -ες
θα έχει κοιμηθεί
θα είναι κοιμισμένος, -η, -ο
θα έχουν κοιμηθεί
θα είναι κοιμισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κοιμάμαι, να κοιμούμαινα κοιμόμαστε, να κοιμούμαστε
να κοιμάσαινα κοιμάστε, να κοιμόσαστε
να κοιμάταινα κοιμούνται, να κοιμόνται
Aoristνα κοιμηθώνα κοιμηθούμε
να κοιμηθείςνα κοιμηθείτε
να κοιμηθείνα κοιμηθούν(ε)
Perfνα έχω κοιμηθεί
να είμαι κοιμισμένος, -η
να έχουμε κοιμηθεί
να είμαστε κοιμισμένοι, -ες
να έχεις κοιμηθεί
να είσαι κοιμισμένος, -η
να έχετε κοιμηθεί
να είστε κοιμισμένοι, -ες
να έχει κοιμηθεί
να είναι κοιμισμένος, -η, -ο
να έχουν κοιμηθεί
να είναι κοιμισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκοιμάστε
Aoristκοιμήσουκοιμηθείτε
Part
izip
Presκοιμούμενος
Perfκοιμισμένος, -η, -οκοιμισμένοι, -ες, -α
InfinAoristκοιμηθεί







Person Wortform
Präsens ich penne
du pennst
er, sie, es pennt
Präteritum ich pennte
Konjunktiv II ich pennte
Imperativ Singular penne!
Plural pennt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gepennt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:pennen


Griechische Definition zu κοιμάμαι

κοιμάμαι [kimáme] & κοιμούμαι [kimúme] μππ. κοιμισμένος* : 1α. βρίσκομαι σε κατάσταση ύπνου: Hσυχία! Kοιμάται ο κόσμος, για ώρες κοινής ησυχίας. Kοιμήθηκα δώδεκα ώρες συνέχεια. Δεν κατάφερα να κοιμηθώ. Kοιμάται βαθιά / βαριά / ελαφρά / σαν πουλάκι / σαν μολύβι. Δεν κοιμήθηκα όλη νύχτα, έμεινα ξάγρυπνος. Δεν κοιμήθηκα αρκετά. Προσπάθησε να κοιμηθείς λίγο! Οι έγνοιες δεν τον αφήνουν να κοιμηθεί. Πάω να κοιμηθώ. Έβαλα το παιδί να κοιμηθεί. Όλη η πόλη κοιμάται, επικρατεί απόλυτη ησυχία. (έκφρ.) κοιμάμαι ήσυχος, δεν ανησυχώ. κοιμήθηκε φτωχός και ξύπνησε πλούσιος, για ξαφνικό πλουτισμό. μήπως κοιμάμαι και ονειρεύομαι;, για κτ. ανέλπιστα ευχάριστο. κοιμάσαι κι ονειρεύεσαι, για κτ. σχεδόν ανέφικτο, που ελπίζεις όμως ότι θα πραγματοποιηθεί. κοιμάται τον ύπνο του δικαίου* και ως ΦΡ. ΦΡ κοιμάται όρθιος, για κπ. που υστερεί σε ευστροφία ή που τον χαρακτηρίζει αδράνεια και νωθρότητα και ως έκφραση για κπ. που νυστάζει υπερβολικά. κοιμάται και η τύχη του δουλεύει*. μ΄ αυτό το πλευρό* να κοιμάσαι! ΠAΡ Όπως στρώσεις*, θα κοιμηθείς. || ξαπλώνω για να κοιμηθώ, συνήθ. ως επαναλαμβανόμενη διαδικασία: κοιμάμαι αργά / νωρίς. Kοιμάται κάθε μεσημέρι. Kοιμάται σε ξενοδοχείο, μένει. Θα κοιμηθώ στον καναπέ. (έκφρ.) κοιμάται με τις κότες, πολύ νωρίς. β. έρχομαι σε σαρκική επαφή, συγκαλυμμένα, αντί του συνουσιάζομαι: Kοιμάται μ΄ όποιον τύχει. Kοιμήθηκες μαζί του; Kοιμούνται χωριστά. γ. (εκκλ.) πεθαίνω, για αγίους, μοναχούς και γενικά για χριστιανούς που πιστεύουν ότι ο θάνατος είναι μετάβαση στην άλλη ζωή. (έκφρ.) κοιμάται τον αιώνιο ύπνο. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κοιμάμαι

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15