κεκτημένος -η -ο Adj.  [kektimenos -i -o, kekthmenos -h -o]

  Adj.
(0)

GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

  • κεκτημένος (maskulin)
  • κεκτημένη (feminin)
  • κεκτημένο (neutrum)


Griechische Definition zu κεκτημένος -η -ο

κεκτημένος -η -ο [kektiménos] : κυρίως στις εκφράσεις κεκτημένη ταχύτητα, η ταχύτητα την οποία εξακολουθεί να έχει ένα σώμα και αφού σταματήσει να επενεργεί η αιτία που το έθεσε σε κίνηση και μτφ. για κτ. που συνεχίζει να γίνεται χωρίς να υπάρχει λόγος, μόνο από συνήθεια: Tο ΄κανα από κεκτημένη ταχύτητα. κεκτημένο δικαίωμα, δικαίωμα το οποίο έχει κατακτήσει κάποιος και το οποίο θεωρεί αναφαίρετο και ως ουσ. τα κεκτημένα, τα κατακτημένα, αυτά που έχουν κατακτηθεί ύστερα από αγώνες, κινητοποιήσεις κτλ.: Οι υπάλληλοι θα αγωνιστούν για τα κεκτημένα τους.

[λόγ. < αρχ. κεκτημένος `κάτοχος΄ (σπάν. με παθ. σημ.) μππ. του κτῶμαι, σημδ. γαλλ. acquis]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback