καταφρονώ  Verb  [katafrono, katafronw]

Ähnliche Bedeutung wie καταφρονώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze verachten

... Warum verachten Sie die Menschen? ...

... Um Geld verachten zu können, muss man es haben. ...

... Was man verachten will, das muss man kennen. ...

Quelle: Tamy, Esperantostern, Esperantostern

Grammatik


ΚΑΤΑΦΡΟΝΩ
I scorn
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
καταφρονώκαταφρονούμεκαταφρονούμαικαταφρονούμαστε
καταφρονείςκαταφρονείτεκαταφρονείσαικαταφρονείστε
καταφρονείκαταφρονούν(ε)καταφρονείταικαταφρονούνται
Imper
fekt
καταφρονούσακαταφρονούσαμεκαταφρονούμουνκαταφρονούμαστε
καταφρονούσεςκαταφρονούσατε
καταφρονούσεκαταφρονούσαν(ε)καταφρονούνταν, καταφρονείτοκαταφρονούνταν, καταφρονούντο
Aoristκαταφρόνησακαταφρονήσαμεκαταφρονήθηκακαταφρονηθήκαμε
καταφρόνησεςκαταφρονήσατεκαταφρονήθηκεςκαταφρονηθήκατε
καταφρόνησεκαταφρόνησαν, καταφρονήσαν(ε)καταφρονήθηκεκαταφρονήθηκαν, καταφρονηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω καταφρονήσει
έχω καταφρονημένο
έχουμε καταφρονήσει
έχουμε καταφρονημένο
έχω καταφρονηθεί
είμαι καταφρονημένος, -η
έχουμε καταφρονηθεί
είμαστε καταφρονημένοι, -ες
έχεις καταφρονήσει
έχεις καταφρονημένο
έχετε καταφρονήσει
έχετε καταφρονημένο
έχεις καταφρονηθεί
είσαι καταφρονημένος, -η
έχετε καταφρονηθεί
είστε καταφρονημένοι, -ες
έχει καταφρονήσει
έχει καταφρονημένο
έχουν καταφρονήσει
έχουν καταφρονημένο
έχει καταφρονηθεί
είναι καταφρονημένος, -η, -ο
έχουν καταφρονηθεί
είναι καταφρονημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα καταφρονήσει
είχα καταφρονημένο
είχαμε καταφρονήσει
είχαμε καταφρονημένο
είχα καταφρονηθεί
ήμουν καταφρονημένος, -η
είχαμε καταφρονηθεί
ήμαστε καταφρονημένοι, -ες
είχες καταφρονήσει
είχες καταφρονημένο
είχατε καταφρονήσει
είχατε καταφρονημένο
είχες καταφρονηθεί
ήσουν καταφρονημένος, -η
είχατε καταφρονηθεί
ήσαστε καταφρονημένοι, -ες
είχε καταφρονήσει
είχε καταφρονημένο
είχαν καταφρονήσει
είχαν καταφρονημένο
είχε καταφρονηθεί
ήταν καταφρονημένος, -η, -ο
είχαν καταφρονηθεί
ήταν καταφρονημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα καταφρονώθα καταφρονούμεθα καταφρονούμαιθα καταφρονούμαστε
θα καταφρονείςθα καταφρονείτεθα καταφρονείσαιθα καταφρονείστε
θα καταφρονείθα καταφρονούν(ε)θα καταφρονείταιθα καταφρονούνται
Fut
ur
θα καταφρονήσωθα καταφρονήσουμεθα καταφρονηθώθα καταφρονηθούμε
θα καταφρονήσειςθα καταφρονήσετεθα καταφρονηθείςθα καταφρονηθείτε
θα καταφρονήσειθα καταφρονήσουν(ε)θα καταφρονηθείθα καταφρονηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω καταφρονήσει
θα έχω καταφρονημένο
θα έχουμε καταφρονήσει
θα έχουμε καταφρονημένο
θα έχω καταφρονηθεί
θα είμαι καταφρονημένος, -η
θα έχουμε καταφρονηθεί
θα είμαστε καταφρονημένοι, -ες
θα έχεις καταφρονήσει
θα έχεις καταφρονημένο
θα έχετε καταφρονήσει
θα έχετε καταφρονημένο
θα έχεις καταφρονηθεί
θα είσαι καταφρονημένος, -η
θα έχετε καταφρονηθεί
θα είστε καταφρονημένοι, -η
θα έχει καταφρονήσει
θα έχει καταφρονημένο
θα έχουν καταφρονήσει
θα έχουν καταφρονημένο
θα έχει καταφρονηθεί
θα είναι καταφρονημένος, -η, -ο
θα έχουν καταφρονηθεί
θα είναι καταφρονημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να καταφρονώνα καταφρονούμενα καταφρονούμαινα καταφρονούμαστε
να καταφρονείςνα καταφρονείτενα καταφρονείσαινα καταφρονείστε
να καταφρονείνα καταφρονούν(ε)να καταφρονείταινα καταφρονούνται
Aoristνα καταφρονήσωνα καταφρονήσουμε, να καταφρονήσομενα καταφρονηθώνα καταφρονηθούμε
να καταφρονήσειςνα καταφρονήσετενα καταφρονηθείςνα καταφρονηθείτε
να καταφρονήσεινα καταφρονήσουν(ε)να καταφρονηθείνα καταφρονηθούν(ε)
Perfνα έχω καταφρονήσει
να έχω καταφρονημένο
να έχουμε καταφρονήσει
να έχουμε καταφρονημένο
να έχω καταφρονηθεί
να είμαι καταφρονημένος, -η
να έχουμε καταφρονηθεί
να είμαστε καταφρονημένοι, -ες
να έχεις καταφρονήσει
να έχεις καταφρονημένο
να έχετε καταφρονήσει
να έχετε καταφρονημένο
να έχεις καταφρονηθεί
να είσαι καταφρονημένος, -η
να έχετε καταφρονηθεί
να είστε καταφρονημένοι, -ες
να έχει καταφρονήσει
να έχει καταφρονημένο
να έχουν καταφρονήσει
να έχουν καταφρονημένο
να έχει καταφρονηθεί
να είναι καταφρονημένος, -η, -ο
να έχουν καταφρονηθεί
να είναι καταφρονημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκαταφρονείτεκαταφρονείστε
Aoristκαταφρόνησεκαταφρονήστε, καταφρονήσετεκαταφρονήσουκαταφρονηθείτε
Part
izip
Presκαταφρονώντας
Perfέχοντας καταφρονήσει, έχοντας καταφρονημένοκαταφρονημένος, -η, -οκαταφρονημένοι, -ες, -α
InfinAoristκαταφρονήσεικαταφρονηθεί




Griechische Definition zu καταφρονώ

καταφρονώ [katafronó] -ούμαι .1β αόρ. και καταφρόνεσα, απαρέμφ. και καταφρονέσει, παθ. αόρ. και καταφρονέθηκα, απαρέμφ. και καταφρονεθεί, μππ. και καταφρονεμένος : περιφρονώ κπ. ή κτ. βαθύτατα. 1. θεωρώ ότι κάποιος ως κατώτερός μου δεν αξίζει την εκτίμησή μου και το σεβασμό μου: Όσο ήταν ισχυρός καταφρονούσε τους αδυνάτους. || (μππ., ως ουσ.) οι καταφρονεμένοι, όσοι αντιμετωπίζουν την αδιαφορία και την αναλγησία της κοινωνίας. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu καταφρονώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15