κατακτώ  Verb  [katakto, kataktw]

Ähnliche Bedeutung wie κατακτώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze κατακτώ

... να υφίσταται για μια ακόμη χιλιετηρίδα, μέχρι που τα υπολείμματά του κατακτήθηκαν από την ανερχόμενη Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το μεσαιωνικό αυτό κράτος ...

... Πειραιώς. Στα πέντε πρωταθλήματα της ΚΕΠΟ, η Νέα Σαλαμίνα δεν κατάφερε να κατακτήσει κάποιο τίτλο. Τις δυο τελευταίες περιόδους κατάφερε να τερματίσει στη ...

... πρωτάθλημα ήταν η κατάκτηση της τρίτης θέσης τέσσερις φορές, ενώ έχει κατακτήσει το κύπελλο Κύπρου το 1990 και την Ασπίδα Κύπρου την ίδια χρονιά. Το τμήμα ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze erobern

... Wer die Tochter erobern will, muss bei der Mutter anfangen. ...

... Die Schweiz macht es uns noch leichter, sie zu erobern - dank bester Bedingungen für Elektrofahrräder. ...

... Nur der verdient sich Freiheit wie das Leben, der täglich sie erobern muss. ...

Quelle: Sudajaengi, Esperantostern, al_ex_an_der

Grammatik


ΚΑΤΑΚΤΩ
I conquer
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κατακτάω, κατακτώκατακτάμε, κατακτούμεκατακτιέμαι, κατακτώμαικατακτιόμαστε, κατακτώμαστε, κατακτώμεθα
κατακτάςκατακτάτεκατακτιέσαι, κατακτάσαικατακτιέστε, κατακτιόσαστε, κατακτάστε, κατακτάσθε
κατακτάει, κατακτάκατακτάν(ε), κατακτούν(ε)κατακτιέται, κατακτάταικατακτιούνται, κατακτιόνται, κατακτώνται
Imper
fekt
κατακτούσακατακτούσαμεκατακτιόμουν(α)κατακτιόμαστε, κατακτιόμασταν
κατακτούσεςκατακτούσατεκατακτιόσουν(α)κατακτιόσαστε, κατακτιόσασταν
κατακτούσεκατακτούσαν(ε)κατακτιόταν(ε)κατακτιόνταν(ε), κατακτιούνταν, κατακτιόντουσαν
Aoristκατάκτησα, κατέκτησακατακτήσαμεκατακτήθηκακατακτηθήκαμε
κατάκτησες, κατέκτησεςκατακτήσατεκατακτήθηκεςκατακτηθήκατε
κατάκτησε, κατέκτησεκατάκτησαν, κατακτήσαν(ε), κατέκτησανκατακτήθηκεκατακτήθηκαν, κατακτηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω κατακτήσει
έχω κατακτημένο
έχουμε κατακτήσει
έχουμε κατακτημένο
έχω κατακτηθεί
είμαι κατακτημένος, -η
έχουμε κατακτηθεί
είμαστε κατακτημένοι, -ες
έχεις κατακτήσει
έχεις κατακτημένο
έχετε κατακτήσει
έχετε κατακτημένο
έχεις κατακτηθεί
είσαι κατακτημένος, -η
έχετε κατακτηθεί
είστε κατακτημένοι, -ες
έχει κατακτήσει
έχει κατακτημένο
έχουν κατακτήσει
έχουν κατακτημένο
έχει κατακτηθεί
είναι κατακτημένος, -η, -ο
έχουν κατακτηθεί
είναι κατακτημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα κατακτήσει
είχα κατακτημένο
είχαμε κατακτήσει
είχαμε κατακτημένο
είχα κατακτηθεί
ήμουν κατακτημένος, -η
είχαμε κατακτηθεί
ήμαστε κατακτημένοι, -ες
είχες κατακτήσει
είχες κατακτημένο
είχατε κατακτήσει
είχατε κατακτημένο
είχες κατακτηθεί
ήσουν κατακτημένος, -η
είχατε κατακτηθεί
ήσαστε κατακτημένοι, -ες
είχε κατακτήσει
είχε κατακτημένο
είχαν κατακτήσει
είχαν κατακτημένο
είχε κατακτηθεί
ήταν κατακτημένος, -η, -ο
είχαν κατακτηθεί
ήταν κατακτημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κατακτάω, θα κατακτώθα κατακτάμε, θα κατακτούμεθα κατακτιέμαι, θα κατακτώμαιθα κατακτιόμαστε, θα κατακτόμαστε, θα κατακτώμεθα
θα κατακτάςθα κατακτάτεθα κατακτιέσαι, θα κατακτάσαιθα κατακτιέστε, θα κατακτιόσαστε, θα κατακτάστε, θα κατακτάσθε
θα κατακτάει, θα κατακτάθα κατακτάν(ε), θα κατακτούν(ε)θα κατακτιέται, θα κατακτάταιθα κατακτιούνται, θα κατακτιόνται, θα κατακτώνται
Fut
ur
θα κατακτήσωθα κατακτήσουμε, θα κατακτήσομεθα κατακτηθώθα κατακτηθούμε
θα κατακτήσειςθα κατακτήσετεθα κατακτηθείςθα κατακτηθείτε
θα κατακτήσειθα κατακτήσουν(ε)θα κατακτηθείθα κατακτηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κατακτήσει
θα έχω κατακτημένο
θα έχουμε κατακτήσει
θα έχουμε κατακτημένο
θα έχω κατακτηθεί
θα είμαι κατακτημένος, -η
θα έχουμε κατακτηθεί
θα είμαστε κατακτημένοι, -ες
θα έχεις κατακτήσει
θα έχεις κατακτημένο
θα έχετε κατακτήσει
θα έχετε κατακτημένο
θα έχεις κατακτηθεί
θα είσαι κατακτημένος, -η
θα έχετε κατακτηθεί
θα είστε κατακτημένοι, -ες
θα έχει κατακτήσει
θα έχει κατακτημένο
θα έχουν κατακτήσει
θα έχουν κατακτημένο
θα έχει κατακτηθεί
θα είναι κατακτημένος, -η, -ο
θα έχουν κατακτηθεί
θα είναι κατακτημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κατακτάω, να κατακτώνα κατακτάμε, να κατακτούμενα κατακτιέμαι, να κατακτώμαινα κατακτιόμαστε, να κατακτόμαστε, να κατακτώμεθα
να κατακτάςνα κατακτάτενα κατακτιέσαι, να κατακτάσαινα κατακτιέστε, να κατακτιόσαστε, να κατακτάστε, να κατακτάσθε
να κατακτάει, να κατακτάνα κατακτάν(ε), να κατακτούν(ε)να κατακτιέται, να κατακτάταινα κατακτιούνται, να κατακτιόνται, να κατακτώνται
Aoristνα κατακτήσωνα κατακτήσουμε, να κατακτήσομενα κατακτηθώνα κατακτηθούμε
να κατακτήσειςνα κατακτήσετενα κατακτηθείςνα κατακτηθείτε
να κατακτήσεινα κατακτήσουν(ε)να κατακτηθείνα κατακτηθούν(ε)
Perfνα έχω κατακτήσει
να έχω κατακτημένο
να έχουμε κατακτήσει
να έχουμε κατακτημένο
να έχω κατακτηθεί
να είμαι κατακτημένος, -η
να έχουμε κατακτηθεί
να είμαστε κατακτημένοι, -ες
να έχεις κατακτήσει
να έχεις κατακτημένο
να έχετε κατακτήσει
να έχετε κατακτημένο
να έχεις κατακτηθεί
να είσαι κατακτημένος, -η
να έχετε κατακτηθεί
να είστε κατακτημένοι, -η
να έχει κατακτήσει
να έχει κατακτημένο
να έχουν κατακτήσει
να έχουν κατακτημένο
να έχει κατακτηθεί
να είναι κατακτημένος, -η, -ο
να έχουν κατακτηθεί
να είναι κατακτημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκατάκτα, κατάκταγεκατακτάτεκατακτιέστε
Aoristκατάκτησε, κατάκτακατακτήστεκατακτήσουκατακτηθείτε
Part
izip
Presκατακτώντας
Perfέχοντας κατακτήσει, έχοντας κατακτημένοκατακτημένος, -η, -οκατακτημένοι, -ες, -α
InfinAoristκατακτήσεικατακτηθεί




Griechische Definition zu κατακτώ

κατακτώ [kataktó] & -άω, -ιέμαι : 1α. γίνομαι κύριος μιας χώρας ή μιας περιοχής, με τη χρήση βίας και κυρίως με τη χρήση των όπλων, της στερώ την πολιτική ανεξαρτησία και την υπάγω στη δική μου διοίκηση: Οι Ρωμαίοι κατέκτησαν τις αρχαίες ελληνικές πόλεις. Οι Iσπανοί και οι Πορτογάλοι κατέκτησαν τη Nότια Aμερική. β. κατορθώνω να φτάσω σε έναν απρόσιτο έως τώρα χώρο: Ο άνθρωπος του 20ού αιώνα κατέκτησε το διάστημα. Tολμηροί ορειβάτες κατέκτησαν το Έβερεστ. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κατακτώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15