κατάσχω Verb  [katascho, katasxw]

  Verb
(6)
  Verb
(3)
  Verb
(0)

Anzeige

Etymologie zu κατάσχω

κατάσχω altgriechisch κατάσχω, υποτακτική αορίστου β' (κατέσχον) του ρήματος κατέχω das Wort πρωτοχρησιμοποιήθηκε το 1897 σε νομικό έγγραφο του υπουργείου εξωτερικών (Κουμανούδης Στέφανος, Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών, τ. Α, σελ. 531). Ο Κουμανούδης επικρίνει το (λανθασμένο -κατά τη γνώμη του) σχηματισμό της λέξης και τη χρήση της.


GriechischDeutsch
Ίσως κατάσχω επίσης την κεραία.Ich könnte auch gleich die Antenne konfiszieren.

Übersetzung nicht bestätigt

Τέλος πάντων, την κατάσχω μέχρι νεοτέρας.Bis auf Weiteres werde ich sie konfiszieren.

Übersetzung nicht bestätigt

Το κατάσχω ως αποδεικτικό στοιχείο.Ich muss ihn konfiszieren.

Übersetzung nicht bestätigt

Πρέπει να κατάσχω το όπλο σου, Κερτ.Ich musste deine Waffe konfiszieren, Kurt!

Übersetzung nicht bestätigt

Έχω διαταγές να κατάσχω ό,τι συσκευές επικοινωνίας έχετε.Ich habe den Befehl, alle Kommunikationsgeräte zu konfiszieren die Sie bei sich haben.

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu κατάσχω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κατάσχωκατάσχουμε, κατάσχομεκατάσχομαικατασχόμαστε
κατάσχειςκατάσχετεκατάσχεσαικατάσχεστε, κατασχόσαστε
κατάσχεικατάσχουν(ε)κατάσχεταικατάσχονται
Imper
fekt
έκανα κατάσχεσηκάναμε κατάσχεσηκατασχόμουν(α)κατασχόμαστε, κατασχόμασταν
έκανες κατάσχεσηκάνατε κατάσχεσηκατασχόσουν(α)κατασχόσαστε, κατασχόσασταν
έκανε κατάσχεσηέκαναν/κάναν(ε) κατάσχεσηκατασχόταν(ε)κατάσχονταν, κατασχόντανε, κατασχόντουσαν
Aoristκατάσχεσακατασχέσαμεκατασχέθηκακατασχεθήκαμε
κατάσχεσεςκατασχέσατεκατασχέθηκεςκατασχεθήκατε
κατάσχεσεκατάσχεσαν, κατασχέσαν(ε)κατασχέθηκεκατασχέθηκαν, κατασχεθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω κατασχέσειέχουμε κατασχέσειέχω κατασχεθείέχουμε κατασχεθεί
έχεις κατασχέσειέχετε κατασχέσειέχεις κατασχεθείέχετε κατασχεθεί
έχει κατασχέσειέχουν κατασχέσειέχει κατασχεθείέχουν κατασχεθεί
Plu
per
fekt
είχα κατασχέσειείχαμε κατασχέσειείχα κατασχεθείείχαμε κατασχεθεί
είχες κατασχέσειείχατε κατασχέσειείχες κατασχεθείείχατε κατασχεθεί
είχε κατασχέσειείχαν κατασχέσειείχε κατασχεθείείχαν κατασχεθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κατάσχωθα κατάσχουμε, θα κατάσχομεθα κατάσχομαιθα κατασχόμαστε
θα κατάσχειςθα κατάσχετεθα κατάσχεσαιθα κατάσχεστε, θα κατασχόσαστε
θα κατάσχειθα κατάσχουν(ε)θα κατάσχεταιθα κατάσχονται
Fut
ur
θα κατασχέσωθα κατασχέσουμε, θα κατασχέσομεθα κατασχεθώθα κατασχεθούμε
θα κατασχέσειςθα κατασχέσετεθα κατασχεθείςθα κατασχεθείτε
θα κατασχέσειθα κατασχέσουνθα κατασχεθείθα κατασχεθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κατασχέσειθα έχουμε κατασχέσειθα έχω κατασχεθείθα έχουμε κατασχεθεί
θα έχεις κατασχέσειθα έχετε κατασχέσειθα έχεις κατασχεθείθα έχετε κατασχεθεί
θα έχει κατασχέσειθα έχουν κατασχέσειθα έχει κατασχεθείθα έχουν κατασχεθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κατάσχωνα κατάσχουμε, να κατάσχομενα κατάσχομαινα κατασχόμαστε
να κατάσχειςνα κατάσχετενα κατάσχεσαινα κατάσχεστε, να κατασχόσαστε
να κατάσχεινα κατάσχουν(ε)να κατάσχεταινα κατάσχονται
Aoristνα κατασχέσωνα κατασχέσουμε, να κατασχέσομενα κατασχεθώνα κατασχεθούμε
να κατασχέσειςνα κατασχέσετενα κατασχεθείςνα κατασχεθείτε
να κατασχέσεινα κατασχέσουν(ε)να κατασχεθείνα κατασχεθούν(ε)
Perfνα έχω κατασχέσεινα έχουμε κατασχέσεινα έχω κατασχεθείνα έχουμε κατασχεθεί
να έχεις κατασχέσεινα έχετε κατασχέσεινα έχεις κατασχεθείνα έχετε κατασχεθεί
να έχει κατασχέσεινα έχουν κατασχέσεινα έχει κατασχεθείνα έχουν κατασχεθεί
Imper
ativ
Presκατάσχετεκατάσχεστε
Aoristκατάσχεσεκατασχέσετε, κατασχέστεκατασχέσουκατασχεθείτε
Part
izip
Presκατάσχονταςκατασχόμενος
Perfέχοντας κατασχέσει
InfinAoristκατασχέσεικατασχεθεί









Griechische Definition zu κατάσχω

κατάσχω [katásxo] -ομαι Ρ αόρ. κατάσχεσα και κατέσχεσα, απαρέμφ. κατασχέσει, παθ. αόρ. κατασχέθηκα, απαρέμφ. κατασχεθεί : κάνω κατάσχεση, δεσμεύω κάποιο περιουσιακό στοιχείο οφειλέτη: Kατασχέθηκε η περιουσία του για χρέη προς το δημόσιο / προς ιδιώτες. Δεν έχει δικαίωμα να του κατασχέσει το μισθό. Tα λαθραία κατάσχονται από τις τελωνειακές αρχές. || για δικαστική ή άλλη αρχή που δεσμεύει κτ. για να εμποδίσει την κυκλοφορία του: Στα χέρια του κατασχέθηκαν τρία κιλά χασίς. H αστυνομία θα κατάσχει όσα έντυπα κρίνονται ως άσεμνα.

[λόγ. < αρχ. κατασχ- (συνοπτ. θ. του ρ. κατέχω στη σημ.: `αρπάζω΄) απόδ. γαλλ. saisir]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback