καπνίζω  Verb  [kapnizo, kapnizw]

Ähnliche Bedeutung wie καπνίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze καπνίζω

... Δεν καπνίζω πια. ...

Quelle: enteka

Grammatik


ΚΑΠΝΙΖΩ
I smoke
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
καπνίζωκαπνίζουμε, καπνίζομε
καπνίζειςκαπνίζετε
καπνίζεικαπνίζουν(ε)
Imper
fekt
κάπνιζακαπνίζαμε
κάπνιζεςκαπνίζατε
κάπνιζεκάπνιζαν, καπνίζαν(ε)
Aoristκάπνισακαπνίσαμε
κάπνισεςκαπνίσατε
κάπνισεκάπνισαν, καπνίσαν(ε)
Per
fect
έχω καπνίσειέχουμε καπνίσει
έχεις καπνίσειέχετε καπνίσει
έχει καπνίσειέχουν καπνίσει
Plu
per
fect
είχα καπνίσειείχαμε καπνίσει
είχες καπνίσειείχατε καπνίσει
είχε καπνίσειείχαν καπνίσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα καπνίζωθα καπνίζουμε, θα καπνίζομε
θα καπνίζειςθα καπνίζετε
θα καπνίζειθα καπνίζουν(ε)
Fut
ur
θα καπνίσωθα καπνίσουμε, θα καπνίζομε
θα καπνίσειςθα καπνίσετε
θα καπνίσειθα καπνίσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω καπνίσειθα έχουμε καπνίσει
θα έχεις καπνίσειθα έχετε καπνίσει
θα έχει καπνίσειθα έχουν καπνίσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να καπνίζωνα καπνίζουμε, να καπνίζομε
να καπνίζειςνα καπνίζετε
να καπνίζεινα καπνίζουν(ε)
Aoristνα καπνίσωνα καπνίσουμε, να καπνίσομε
να καπνίσειςνα καπνίσετε
να καπνίσεινα καπνίσουν(ε)
Perfνα έχω καπνίσεινα έχουμε καπνίσει
να έχεις καπνίσεινα έχετε καπνίσει
να έχει καπνίσεινα έχουν καπνίσει
Imper
ativ
Presκάπνιζεκαπνίζετε
Aoristκάπνισεκαπνίστε
Part
izip
Presκαπνίζοντας
Perfέχοντας καπνίσει
InfinAoristκαπνίσει











Rauchen ist eine flektierte Form von Rauch.
Alle weiteren Informationen findest du im Haupteintrag Rauch.
Bitte nimm Ergänzungen deshalb auch nur dort vor.


Griechische Definition zu καπνίζω

καπνίζω.

I. Ενεργ.
Α´ Μτβ.
1)
α) Εκθέτω κ. σε καπνό:
τα σκουμπρία … να τα καπνίσεις (Πουλολ. 143
β) ενοχλώ με καπνό:
Απάνω από το ρεμπούρκιο είχε τον καπνό, να μην καπνίζουν τους ανθρώπους (Δωρ. Μον. (Βαλ.) 44).
2) Καίω (σε θυσία):
να καπνίσεις όλο το κριάρι εις το θεσιαστήρι (Πεντ. Έξ. XXIX 18
(με σύστ. αντικ.):
(Πεντ. Αρ. XVII 5).
Β´ Αμτβ.
1) Μαυρίζω από καπνό:
κάπνισεν η ράχη σου εκ του καπνού την βίαν (Πουλολ. 178 κριτ. υπ).
2) Βγάζω καπνό·
(εδώ σε μεταφ.):
(Ερωφ. Α´ 226).
3) (Μεταφ.) εξάπτομαι:
να καπνίσει ο θυμός του Κύριου (Πεντ. Δευτ. XXIX 19).
4) Αχνίζω:
Καπνίζουν τα ρουθούνια του σαν τ’ άλογο όντε τρέχει (Ερωτόκρ. Β´ 773).
II. Μέσ.
1) Αναδίδω καπνό, καίγομαι:
εκαπνίζουνταν παντοίων λογίων μυρίσματα (Διγ. Άνδρ. 37515).
2) Δέχομαι αναθυμιάσεις καπνού:
Καπνισθείς (ενν. ο ιέραξ) ογκωμένους φέρει τους οφθαλμούς (Ιερακοσ. 40725).
Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = λερωμένος, μαυρισμένος:
παλαιοφούστανον … καπνισμένον (Πουλολ. 443).
[αρχ. καπνίζω. Η λ. και σήμ.]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu καπνίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15