καμαρώνω  

  • bewundern
    upvotedownvote
  • zur Schau stellen
    upvotedownvote

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... "Ηρακλείς του Στέμματος" που για πολλές εβδομάδες μετά το δημοψήφισμα καμάρωναν που είχαν ψηφίσει από τρεις και τέσσερις φορές ο καθένας. Σύμφωνα με ...

... Αντίγονος διατηρούσαν πάντοτε άριστες σχέσεις, κάτι το οποίο ο τελευταίος καμάρωνε πολύ, δεδομένου πως σε καιρούς αστάθειας και καχυποψίας οι δολοφονίες ανάμεσα ...

... οφθαλμών μου ως πανόραμα τα βάσανα και τους καημούς, και προς τι κάθεσαι και καμαρώνεις την ατιμίαν και διαφθοράν που αντικρύζω;» Στο 2ο όμως κεφάλαιο ο Αββακούμ ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

kamarono, kamarwnw


Deutsche Synonyme zu: καμαρώνω

bewundern große Augen machen staunen bestaunen angaffen Bauklötze staunen (Verstärkung) nicht schlecht staunen (Verstärkung) gucken wie ein Auto (den) Mund nicht mehr zubekommen mit offenem Mund dastehen doof gucken (sehr) erstaunt sein (sich) wundern (erst einmal) nichts zu sagen wissen verwundert anstarren aus dem Staunen nicht mehr herauskommen wer beschreibt mein Erstaunen (als) seinen Augen nicht trauen (wollen) seinen Ohren nicht trauen (wollen) kaum glauben wollen (was man sieht) kaum glauben wollen (was man zu hören bekommt) (jemanden) anstarren wie einen Marsmenschen (jemanden) anstarren wie ein Wesen vom anderen Stern Kulleraugen machen Glotzaugen machen offen zeigen präsentieren zur Schau stellen herzeigen zur Schau tragen prahlen mit prunken mit prangen mit protzen mit paradieren (mit) angeben mit stolz (einher)schreiten


Grammatik

απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
καμαρώσει
μετοχή (ενεστώτας)
καμαρώνοντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
α' β' γ' α' β' γ'
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας καμαρώνω καμαρώνεις καμαρώνει καμαρώνο(υ)με καμαρώνετε καμαρώνουν(ε)
παρατατικός καμάρωνα καμάρωνες καμάρωνε καμαρώναμε καμαρώνατε καμάρωναν, καμαρώναν(ε)
αόριστος καμάρωσα καμάρωσες καμάρωσε καμαρώσαμε καμαρώσατε καμάρωσαν, καμαρώσαν(ε)
περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα καμαρώνω θα καμαρώνεις θα καμαρώνει θα καμαρώνο(υ)με θα καμαρώνετε θα καμαρώνουν(ε)
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα καμαρώσω θα καμαρώσεις θα καμαρώσει θα καμαρώσο(υ)με θα καμαρώσετε θα καμαρώσουν(ε)
παρακείμενος α' έχω καμαρώσει έχεις καμαρώσει έχει καμαρώσει έχο(υ)με καμαρώσει έχετε καμαρώσει έχουν(ε) καμαρώσει
παρακείμενος β'
υπερσυντέλικος α' είχα καμαρώσει είχες καμαρώσει είχε καμαρώσει είχαμε καμαρώσει είχατε καμαρώσει είχαν(ε) καμαρώσει
υπερσυντέλικος β'
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω καμαρώσει θα έχεις καμαρώσει θα έχει καμαρώσει θα έχο(υ)με καμαρώσει θα έχετε καμαρώσει θα έχουν(ε) καμαρώσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να καμαρώνω να καμαρώνεις να καμαρώνει να καμαρώνο(υ)με να καμαρώνετε να καμαρώνουν(ε)
αόριστος να καμαρώσω να καμαρώσεις να καμαρώσει να καμαρώσο(υ)με να καμαρώσετε να καμαρώσουν(ε)
παρακείμενος α' να έχω καμαρώσει να έχεις καμαρώσει να έχει καμαρώσει να έχο(υ)με καμαρώσει να έχετε καμαρώσει να έχουν(ε) καμαρώσει
παρακείμενος β'
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας καμάρωνε καμαρώνετε
αόριστος καμάρωσε καμαρώστε
περιφραστικός
χρόνος
παρακείμενος
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15