καθρεφτίζω  Verb  [kathreftizo, kathreftizw]

Ähnliche Bedeutung wie καθρεφτίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze καθρεφτίζω

... Μήλων της Νιότης, χωρίς τα οποία οι Εσίρ θα γεράσουν. Η δύναμή του καθρεφτίζεται και στα τρία παιδιά του - τον αδάμαστο λύκο Φενρίρ, το Ερπετό της Μέσης ...

... Ντουραχάν. Οι όχθες της είναι πυκνόφυτες και τα βουνά της Ηπείρου καθρεφτίζονται στα νερά της. Χρονολογείται από το 10.000 π.Χ αν και στο παρελθόν η ...

... συγκρατημένο χαμόγελο, μια ντροπαλότητα χαρακτήρα, αλλά και μια ζωντάνια που καθρεφτίζεται στο ευφρόσυνο, καλοσυνάτο βλέμμα του εικονιζόμενου. Με δεξιοτεχνία καταφέρνει ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze spiegeln

... Die Sitten und Gebräuche eines Landes spiegeln seine Kultur wider. ...

... Die Berge spiegeln sich im See. ...

... Seine Werke spiegeln eine neurotisch gewordene Gesellschaft. ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, al_ex_an_der

Grammatik


ΚΑΘΡΕΦΤΙΖΩ
I mirror
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
καθρεφτίζωκαθρεφτίζουμε, καθρεφτίζομεκαθρεφτίζομαικαθρεφτιζόμαστε
καθρεφτίζειςκαθρεφτίζετεκαθρεφτίζεσαικαθρεφτίζεστε, καθρεφτιζόσαστε
καθρεφτίζεικαθρεφτίζουν(ε)καθρεφτίζεταικαθρεφτίζονται
Imper
fekt
καθρέφτιζακαθρεφτίζαμεκαθρεφτιζόμουν(α)καθρεφτιζόμαστε, καθρεφτιζόμασταν
καθρέφτιζεςκαθρεφτίζατεκαθρεφτιζόσουν(α)καθρεφτιζόσαστε, καθρεφτιζόσασταν
καθρέφτιζεκαθρέφτιζαν, καθρεφτίζαν(ε)καθρεφτιζόταν(ε)καθρεφτίζονταν, καθρεφτιζόντανε, καθρεφτιζόντουσαν
Aoristκαθρέφτισακαθρεφτίσαμεκαθρεφτίστηκακαθρεφτιστήκαμε
καθρέφτισεςκαθρεφτίσατεκαθρεφτίστηκεςκαθρεφτιστήκατε
καθρέφτισεκαθρέφτισαν, καθρεφτίσαν(ε)καθρεφτίστηκεκαθρεφτίστηκαν, καθρεφτιστήκαν(ε)
Per
fect
έχω καθρεφτίσει
έχω καθρεφτισμένο
έχουμε καθρεφτίσει
έχουμε καθρεφτισμένο
έχω καθρεφτιστεί
είμαι καθρεφτισμένος, -η
έχουμε καθρεφτιστεί
είμαστε καθρεφτισμένοι, -ες
έχεις καθρεφτίσει
έχεις καθρεφτισμένο
έχετε καθρεφτίσει
έχετε καθρεφτισμένο
έχεις καθρεφτιστεί
είσαι καθρεφτισμένος, -η
έχετε καθρεφτιστεί
είστε καθρεφτισμένοι, -ες
έχει καθρεφτίσει
έχει καθρεφτισμένο
έχουν καθρεφτίσει
έχουν καθρεφτισμένο
έχει καθρεφτιστεί
είναι καθρεφτισμένος, -η, -ο
έχουν καθρεφτιστεί
είναι καθρεφτισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα καθρεφτίσει
είχα καθρεφτισμένο
είχαμε καθρεφτίσει
είχαμε καθρεφτισμένο
είχα καθρεφτιστεί
ήμουν καθρεφτισμένος, -η
είχαμε καθρεφτιστεί
ήμαστε καθρεφτισμένοι, -ες
είχες καθρεφτίσει
είχες καθρεφτισμένο
είχατε καθρεφτίσει
είχατε καθρεφτισμένο
είχες καθρεφτιστεί
ήσουν καθρεφτισμένος, -η
είχατε καθρεφτιστεί
ήσαστε καθρεφτισμένοι, -ες
είχε καθρεφτίσει
είχε καθρεφτισμένο
είχαν καθρεφτίσει
είχαν καθρεφτισμένο
είχε καθρεφτιστεί
ήταν καθρεφτισμένος, -η, -ο
είχαν καθρεφτιστεί
ήταν καθρεφτισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα καθρεφτίζωθα καθρεφτίζουμε, θα καθρεφτίζομεθα καθρεφτίζομαιθα καθρεφτιζόμαστε
θα καθρεφτίζειςθα καθρεφτίζετεθα καθρεφτίζεσαιθα καθρεφτίζεστε, θα καθρεφτιζόσαστε
θα καθρεφτίζειθα καθρεφτίζουν(ε)θα καθρεφτίζεταιθα καθρεφτίζονται
Fut
ur
θα καθρεφτίσωθα καθρεφτίσουμε, θα καθρεφτίζομεθα καθρεφτιστώθα καθρεφτιστούμε
θα καθρεφτίσειςθα καθρεφτίσετεθα καθρεφτιστείςθα καθρεφτιστείτε
θα καθρεφτίσειθα καθρεφτίσουν(ε)θα καθρεφτιστείθα καθρεφτιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω καθρεφτίσει
θα έχω καθρεφτισμένο
θα έχουμε καθρεφτίσει
θα έχουμε καθρεφτισμένο
θα έχω καθρεφτιστεί
θα είμαι καθρεφτισμένος, -η
θα έχουμε καθρεφτιστεί
θα είμαστε καθρεφτισμένοι, -ες
θα έχεις καθρεφτίσει
θα έχεις καθρεφτισμένο
θα έχετε καθρεφτίσει
θα έχετε καθρεφτισμένο
θα έχεις καθρεφτιστεί
θα είσαι καθρεφτισμένος, -η
θα έχετε καθρεφτιστεί
θα είστε καθρεφτισμένοι, -ες
θα έχει καθρεφτίσει
θα έχει καθρεφτισμένο
θα έχουν καθρεφτίσει
θα έχουν καθρεφτισμένο
θα έχει καθρεφτιστεί
θα είναι καθρεφτισμένος, -η, -ο
θα έχουν καθρεφτιστεί
θα είναι καθρεφτισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να καθρεφτίζωνα καθρεφτίζουμε, να καθρεφτίζομενα καθρεφτίζομαινα καθρεφτιζόμαστε
να καθρεφτίζειςνα καθρεφτίζετενα καθρεφτίζεσαινα καθρεφτίζεστε, να καθρεφτιζόσαστε
να καθρεφτίζεινα καθρεφτίζουν(ε)να καθρεφτίζεταινα καθρεφτίζονται
Aoristνα καθρεφτίσωνα καθρεφτίσουμε, να καθρεφτίσομενα καθρεφτιστώνα καθρεφτιστούμε
να καθρεφτίσειςνα καθρεφτίσετενα καθρεφτιστείςνα καθρεφτιστείτε
να καθρεφτίσεινα καθρεφτίσουν(ε)να καθρεφτιστείνα καθρεφτιστούν(ε)
Perfνα έχω καθρεφτίσει
να έχω καθρεφτισμένο
να έχουμε καθρεφτίσει
να έχουμε καθρεφτισμένο
να έχω καθρεφτιστεί
να είμαι καθρεφτισμένος, -η
να έχουμε καθρεφτιστεί
να είμαστε καθρεφτισμένοι, -ες
να έχεις καθρεφτίσει
να έχεις καθρεφτισμένο
να έχετε καθρεφτίσει
να έχετε καθρεφτισμένο
να έχεις καθρεφτιστεί
να είσαι καθρεφτισμένος, -η
να έχετε καθρεφτιστεί
να είστε καθρεφτισμένοι, -ες
να έχει καθρεφτίσει
να έχει καθρεφτισμένο
να έχουν καθρεφτίσει
να έχουν καθρεφτισμένο
να έχει καθρεφτιστεί
να είναι καθρεφτισμένος, -η, -ο
να έχουν καθρεφτιστεί
να είναι καθρεφτισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκαθρέφτιζεκαθρεφτίζετεκαθρεφτίζεστε
Aoristκαθρέφτισεκαθρεφτίστεκαθρεφτίσουκαθρεφτιστείτε
Part
izip
Presκαθρεφτίζονταςκαθρεφτιζόμενος
Perfέχοντας καθρεφτίσει, έχοντας καθρεφτισμένοκαθρεφτισμένος, -η, -οκαθρεφτισμένοι, -ες, -α
InfinAoristκαθρεφτίσεικαθρεφτιστεί




Griechische Definition zu καθρεφτίζω

καθρεφτίζω [kaθreftízo] -ομαι : 1. για κτ. που σχηματίζει το είδωλο ενός αντικειμένου επάνω στη λεία και γυαλιστερή επιφάνειά του: H λίμνη καθρεφτίζει στα ήσυχα νερά της τις βαρκούλες. Tα δέντρα καθρεφτίζονται στις τζαμαρίες των σπιτιών. Tο πρόσωπό του καθρεφτίζεται στο νερό. || (παθ.) κοιτάζομαι στον καθρέφτη, γυαλίζομαι4. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu καθρεφτίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15