ισχύω  Verb  [ischio, isxyw]

Ähnliche Bedeutung wie ισχύω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ισχύω

... κωνικό (όπως το μεσαίο ισχίο στην Εικ. 2), ίσιο ή κυρτό. Μπορεί να εξέχει αρκετά από τούς στερνίτες του θώρακα (όπως το μεσαίο ισχίο στην Εικ. 4), μπορεί ...

... διαγνώστηκε ότι πάσχει από τη νόσο Αλτσχάιμερ. Το 2005 χειρουργήθηκε στο αριστερό ισχίο, μετά από πτώση του από τα σκαλιά του Αρχιεπισκοπικού Μεγάρου. Μετά από ...

... Χουάν Βελάσκο εξέρχεται του αγωνιστικού χώρου με πρόβλημα τραυματισμού στο ισχίο, ακολούθησε ειδικό πρόγραμμα, αλλά αν και μετείχε στις αποστολές κάποιων ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze gültig sein

... oder Verträgen, wonach abweichende Vereinbarungen, die nicht mit einer geregelten Norm übereinstimmen, gleichwohl gültig sein sollen. Die Öffnungsklausel ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΙΣΧΥΩ
I am valid
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ισχύωισχύουμε, ισχύομε
ισχύειςισχύετε
ισχύειισχύουν(ε)
Imper
fekt
ίσχυαισχύαμε
ίσχυεςισχύατε
ίσχυείσχυαν, ισχύαν(ε)
Aoristίσχυσαισχύσαμε
ίσχυσεςισχύσατε
ίσχυσείσχυσαν, ισχύσαν(ε)
Per
fect
έχω ισχύσειέχουμε ισχύσει
έχεις ισχύσειέχετε ισχύσει
έχει ισχύσειέχουν ισχύσει
Plu
per
fect
είχα ισχύσειείχαμε ισχύσει
είχες ισχύσειείχατε ισχύσει
είχε ισχύσειείχαν ισχύσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ισχύωθα ισχύουμε, θα ισχύομε
θα ισχύειςθα ισχύετε
θα ισχύειθα ισχύουν(ε)
Fut
ur
θα ισχύσωθα ισχύσουμε, θα ισχύσομε
θα ισχύσειςθα ισχύσετε
θα ισχύσειθα ισχύσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ισχύσειθα έχουμε ισχύσει
θα έχεις ισχύσειθα έχετε ισχύσει
θα έχει ισχύσειθα έχουν ισχύσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ισχύωνα ισχύουμε, να ισχύομε
να ισχύειςνα ισχύετε
να ισχύεινα ισχύουν(ε)
Aoristνα ισχύσωνα ισχύσουμε, να ισχύσομε
να ισχύσειςνα ισχύσετε
να ισχύσεινα ισχύσουν(ε)
Perfνα έχω ισχύσεινα έχουμε ισχύσει
να έχεις ισχύσεινα έχετε ισχύσει
να έχει ισχύσεινα έχουν ισχύσει
Imper
ativ
Presίσχυεισχύετε
Aoristίσχυσεισχύσετε, ισχύστε
Part
izip
Presισχύοντας
Perfέχοντας ισχύσει
InfinAoristισχύσει




Griechische Definition zu ισχύω

ισχύω [isxío] Ρ9α : έχω ισχύ, έχω τη δύναμη ή την ικανότητα να κάνω, να επιφέρω ή να παρέχω κτ. (αυτό για το οποίο προορίζομαι): Για ορισμένες περιπτώσεις ο νόμος ισχύει αναδρομικά. Tα εισιτήρια με επιστροφή ισχύουν για ένα μήνα. Tο διαβατήριο ισχύει για πέντε έτη. H πρόσκληση ισχύει για δύο άτομα.

[λόγ. < αρχ. ἰσχύω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ισχύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15