θυμώνω  Verb  [thimono, thymwnw]

Ähnliche Bedeutung wie θυμώνω


Beispielsätze θυμώνω

... έγκατα της γης. Αν και αυτή η κακή πράξη τον γέμιζε με ευχαρίστηση, η Γαία θύμωνε τόσο πολύ, που κάποια στιγμή ανάβλυσε ατσάλινο αδάμαντα, και το έδωσε στα ...

... εννοείται) να σας συγκινώ, να σας ενθουσιάζω, να σας ζωγραφίζω, να σας θυμώνω, να σας ενδιαφέρω, και προπάντων να σας διασκεδάζω από αυτή τη στήλη κάθε ...

... δισκογραφία μπήκε το 1970, με το τραγούδι "ΛΟΓΙΑ ΑΓΑΠΗΣ". Ακολούθησε το "ΜΗ ΘΥΜΩΝΕΙΣ ΜΗ" και το 1972 έλαβε μέρος στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, με το τραγούδι  ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze sich ärgern

... Da ist nichts, worüber man sich ärgern soll. ...

Quelle: Grim_fandango

Grammatik


ΘΥΜΩΝΩ
I anger
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
θυμώνωθυμώνουμε, θυμώνομε
θυμώνειςθυμώνετε
θυμώνειθυμώνουν(ε)
Imper
fekt
θύμωναθυμώναμε
θύμωνεςθυμώνατε
θύμωνεθύμωναν, θυμώναν(ε)
Aoristθύμωσαθυμώσαμε
θύμωσεςθυμώσατε
θύμωσεθύμωσαν, θυμώσαν(ε)
Per
fect
έχω θυμώσει
έχω θυμωμένο
έχουμε θυμώσει
έχουμε θυμωμένο
έχεις θυμώσει
έχεις θυμωμένο
έχετε θυμώσει
έχετε θυμωμένο
έχει θυμώσει
έχει θυμωμένο
έχουν θυμώσει
έχουν θυμωμένο
Plu
per
fect
είχα θυμώσει
είχα θυμωμένο
είχαμε θυμώσει
είχαμε θυμωμένο
είχες θυμώσει
είχες θυμωμένο
είχατε θυμώσει
είχατε θυμωμένο
είχε θυμώσει
είχε θυμωμένο
είχαν θυμώσει
είχαν θυμωμένο
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα θυμώνωθα θυμώνουμε, θα θυμώνομε
θα θυμώνειςθα θυμώνετε
θα θυμώνειθα θυμώνουν(ε)
Fut
ur
θα θυμώσωθα θυμώσουμε, θα θυμώσομε
θα θυμώσειςθα θυμώσετε
θα θυμώσειθα θυμώσουν
Fut
ur II
θα έχω θυμώσει
θα έχω θυμωμένο
θα έχουμε θυμώσει
θα έχουμε θυμωμένο
θα έχεις θυμώσει
θα έχεις θυμωμένο
θα έχετε θυμώσει
θα έχετε θυμωμένο
θα έχει θυμώσει
θα έχει θυμωμένο
θα έχουν θυμώσει
θα έχουν θυμωμένο
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να θυμώνωνα θυμώνουμε, να θυμώνομε
να θυμώνειςνα θυμώνετε
να θυμώνεινα θυμώνουν(ε)
Aoristνα θυμώσωνα θυμώσουμε, να θυμώσομε
να θυμώσειςνα θυμώσετε
να θυμώσεινα θυμώσουν(ε)
Perfνα έχω θυμώσει
να έχω θυμωμένο
να έχουμε θυμώσει
να έχουμε θυμωμένο
να έχεις θυμώσει
να έχεις θυμωμένο
να έχετε θυμώσει
να έχετε θυμωμένο
να έχει θυμώσει
να έχει θυμωμένο
να έχουν θυμώσει
να έχουν θυμωμένο
Imper
ativ
Presθύμωνεθυμώνετε
Aoristθύμωσεθυμώστε, θυμώσετε
Part
izip
Presθυμώνοντας
Perfέχοντας θυμώσει, έχοντας θυμωμένο
InfinAoristθυμώσει




Griechische Definition zu θυμώνω

θυμώνω [θimóno] Ρ1α μππ. θυμωμένος* : 1. αισθάνομαι έντονη δυσαρέσκεια την οποία εκδηλώνω με εξίσου έντονο τρόπο: Θύμωσε ο πατέρας του και τον έδειρε. Θύμωσα πολύ με τη συμπεριφορά της. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu θυμώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15