θερίζω  Verb  [therizo, therizw]

Ähnliche Bedeutung wie θερίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze θερίζω

... κτηνοτροφία χρησιμεύει για την βοσκή των ζώων, κυρίως βοοειδών, προβάτων και κατσικιών, ενώ διαφέρει από τον αγρό, ο οποίος καλλιεργείται και θερίζεται. ...

... η σίκαλη. Γενικά τα δημητριακά είναι μονοετή φυτά που σπέρνονται και θερίζονται μέσα σε ένα χρόνο. Σύμφωνα με πρόσφατες ανακαλύψεις, η χρήση των δημητριακών ...

... Agricultural Engineers, St. Joseph/Michigan 1978, ISBN 0-916150-13-5 πως θέριζαν και αλώνιζαν το σιτάρι Funktionsweise eines Mähdreschers Fahrbericht in ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΘΕΡΙΖΩ
I harvest
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
θερίζωθερίζουμε, θερίζομεθερίζομαιθεριζόμαστε
θερίζειςθερίζετεθερίζεσαιθερίζεστε, θεριζόσαστε
θερίζειθερίζουν(ε)θερίζεταιθερίζονται
Imper
fekt
θέριζαθερίζαμεθεριζόμουν(α)θεριζόμαστε, θεριζόμασταν
θέριζεςθερίζατεθεριζόσουν(α)θεριζόσαστε, θεριζόσασταν
θέριζεθέριζαν, θερίζαν(ε)θεριζόταν(ε)θερίζονταν, θεριζόντανε, θεριζόντουσαν
Aoristθέρισαθερίσαμεθερίστηκαθεριστήκαμε
θέρισεςθερίσατεθερίστηκεςθεριστήκατε
θέρισεθέρισαν, θερίσαν(ε)θερίστηκεθερίστηκαν, θεριστήκαν(ε)
Per
fect
έχω θερίσει
έχω θερισμένο
έχουμε θερίσει
έχουμε θερισμένο
έχω θεριστεί
είμαι θερισμένος, -η
έχουμε θεριστεί
είμαστε θερισμένοι, -ες
έχεις θερίσει
έχεις θερισμένο
έχετε θερίσει
έχετε θερισμένο
έχεις θεριστεί
είσαι θερισμένος, -η
έχετε θεριστεί
είστε θερισμένοι, -ες
έχει θερίσει
έχει θερισμένο
έχουν θερίσει
έχουν θερισμένο
έχει θεριστεί
είναι θερισμένος, -η, -ο
έχουν θεριστεί
είναι θερισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα θερίσει
είχα θερισμένο
είχαμε θερίσει
είχαμε θερισμένο
είχα θεριστεί
ήμουν θερισμένος, -η
είχαμε θεριστεί
ήμαστε θερισμένοι, -ες
είχες θερίσει
είχες θερισμένο
είχατε θερίσει
είχατε θερισμένο
είχες θεριστεί
ήσουν θερισμένος, -η
είχατε θεριστεί
ήσαστε θερισμένοι, -ες
είχε θερίσει
είχε θερισμένο
είχαν θερίσει
είχαν θερισμένο
είχε θεριστεί
ήταν θερισμένος, -η, -ο
είχαν θεριστεί
ήταν θερισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα θερίζωθα θερίζουμε, θα θερίζομεθα θερίζομαιθα θεριζόμαστε
θα θερίζειςθα θερίζετεθα θερίζεσαιθα θερίζεστε, θα θεριζόσαστε
θα θερίζειθα θερίζουν(ε)θα θερίζεταιθα θερίζονται
Fut
ur
θα θερίσωθα θερίσουμε, θα θερίζομεθα θεριστώθα θεριστούμε
θα θερίσειςθα θερίσετεθα θεριστείςθα θεριστείτε
θα θερίσειθα θερίσουν(ε)θα θεριστείθα θεριστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω θερίσει
θα έχω θερισμένο
θα έχουμε θερίσει
θα έχουμε θερισμένο
θα έχω θεριστεί
θα είμαι θερισμένος, -η
θα έχουμε θεριστεί
θα είμαστε θερισμένοι, -ες
θα έχεις θερίσει
θα έχεις θερισμένο
θα έχετε θερίσει
θα έχετε θερισμένο
θα έχεις θεριστεί
θα είσαι θερισμένος, -η
θα έχετε θεριστεί
θα είστε θερισμένοι, -ες
θα έχει θερίσει
θα έχει θερισμένο
θα έχουν θερίσει
θα έχουν θερισμένο
θα έχει θεριστεί
θα είναι θερισμένος, -η, -ο
θα έχουν θεριστεί
θα είναι θερισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να θερίζωνα θερίζουμε, να θερίζομενα θερίζομαινα θεριζόμαστε
να θερίζειςνα θερίζετενα θερίζεσαινα θερίζεστε, να θεριζόσαστε
να θερίζεινα θερίζουν(ε)να θερίζεταινα θερίζονται
Aoristνα θερίσωνα θερίσουμε, να θερίσομενα θεριστώνα θεριστούμε
να θερίσειςνα θερίσετενα θεριστείςνα θεριστείτε
να θερίσεινα θερίσουν(ε)να θεριστείνα θεριστούν(ε)
Perfνα έχω θερίσει
να έχω θερισμένο
να έχουμε θερίσει
να έχουμε θερισμένο
να έχω θεριστεί
να είμαι θερισμένος, -η
να έχουμε θεριστεί
να είμαστε θερισμένοι, -ες
να έχεις θερίσει
να έχεις θερισμένο
να έχετε θερίσει
να έχετε θερισμένο
να έχεις θεριστεί
να είσαι θερισμένος, -η
να έχετε θεριστεί
να είστε θερισμένοι, -ες
να έχει θερίσει
να έχει θερισμένο
να έχουν θερίσει
να έχουν θερισμένο
να έχει θεριστεί
να είναι θερισμένος, -η, -ο
να έχουν θεριστεί
να είναι θερισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presθέριζεθερίζετεθερίζεστε
Aoristθέρισεθερίστεθερίσουθεριστείτε
Part
izip
Presθερίζονταςθεριζόμενος
Perfέχοντας θερίσει, έχοντας θερισμένοθερισμένος, -η, -οθερισμένοι, -ες, -α
InfinAoristθερίσειθεριστεί





Person Wortform
Präsens ich mähe
du mähst
er, sie, es mäht
Präteritum ich mähte
Konjunktiv II ich mähte
Imperativ Singular mähe!
mäh!
Plural mäht!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gemäht haben
Alle weiteren Formen: Flexion:mähen




Griechische Definition zu θερίζω

θερίζω [θerízo] -ομαι : I1. κόβω ώριμα σιτηρά ή χόρτα με δρεπάνι ή με ειδική μηχανή: θερίζω το σιτάρι / κριθάρι / τριφύλλι. Ήρθε ο Iούνιος· καιρός να θερίσουμε. θερίζω το χωράφι, τα σιτηρά ή τα άλλα φυτά που βρίσκονται σ΄ αυτό. || (μτφ.): Θερίζει ο Xάρος τις ζωές με το δρεπάνι του. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu θερίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15