θαυμάζω  Verb  [thafmazo, thaymazw]

Ähnliche Bedeutung wie θαυμάζω


Beispielsätze θαυμάζω

... Πελοποννησιακού Πολέμου, ο οποίος διασώθηκε από τον ιστορικό Θουκυδίδη. Ο τελευταίος θαύμαζε τόσο πολύ τον Περικλή, που τον αποκαλούσε «πρώτο πολίτη των Αθηνών». ...

... ναύαρχου Νέλσωνα. Ο Ναύαρχος, ύστερα από την ειλικρινή ομολογία του και θαυμάζοντας τη τόλμη του τον άφησε ελεύθερο. Μάλιστα έχει διασωθεί κατά τη ναυτική ...

... πέθανε, το 306. Λέγεται ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος που τον γνώρισε, τον θαύμαζε και τον εξυμνούσε και θεωρείται ότι ήταν ένας από τους παράγοντες που συνετέλεσαν ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze bewundern

... Wir bewundern den Mond für sein Licht, dabei ist es die Sonne, die ihn durch ihre Strahlen zum Leuchten bringt. ...

... Viele Leute bewundern Nikko. ...

... Alle bewundern deine sportlichen Erfolge, Tom, aber spreiz dich nicht zu sehr! ...

Quelle: MUIRIEL, virgil, al_ex_an_der

Grammatik


ΘΑΥΜΑΖΩ
I admire
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
θαυμάζωθαυμάζουμε, θαυμάζομεθαυμάζομαιθαυμαζόμαστε
θαυμάζειςθαυμάζετεθαυμάζεσαιθαυμάζεστε, θαυμαζόσαστε
θαυμάζειθαυμάζουν(ε)θαυμάζεταιθαυμάζονται
Imper
fekt
θαύμαζαθαυμάζαμεθαυμαζόμουν(α)θαυμαζόμαστε, θαυμαζόμασταν
θαύμαζεςθαυμάζατεθαυμαζόσουν(α)θαυμαζόσαστε, θαυμαζόσασταν
θαύμαζεθαύμαζαν, θαυμάζαν(ε)θαυμαζόταν(ε)θαυμάζονταν, θαυμαζόντανε, θαυμαζόντουσαν
Aoristθαύμασαθαυμάσαμεθαυμάστηκαθαυμαστήκαμε
θαύμασεςθαυμάσατεθαυμάστηκεςθαυμαστήκατε
θαύμασεθαύμασαν, θαυμάσαν(ε)θαυμάστηκεθαυμάστηκαν, θαυμαστήκαν(ε)
Per
fect
έχω θαυμάσει έχουμε θαυμάσει έχω θαυμαστεί έχουμε θαυμαστεί
έχεις θαυμάσειέχετε θαυμάσειέχεις θαυμαστείέχετε θαυμαστεί
έχει θαυμάσειέχουν θαυμάσειέχει θαυμαστείέχουν θαυμαστεί
Plu
per
fect
είχα θαυμάσειείχαμε θαυμάσειείχα θαυμαστείείχαμε θαυμαστεί
είχες θαυμάσειείχατε θαυμάσειείχες θαυμαστείείχατε θαυμαστεί
είχε θαυμάσειείχαν θαυμάσειείχε θαυμαστείείχαν θαυμαστεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα θαυμάζωθα θαυμάζουμε, θα θαυμάζομεθα θαυμάζομαιθα θαυμαζόμαστε
θα θαυμάζειςθα θαυμάζετεθα θαυμάζεσαιθα θαυμάζεστε, θα θαυμαζόσαστε
θα θαυμάζειθα θαυμάζουν(ε)θα θαυμάζεταιθα θαυμάζονται
Fut
ur
θα θαυμάσωθα θαυμάσουμε, θα θαυμάζομεθα θαυμαστώθα θαυμαστούμε
θα θαυμάσειςθα θαυμάσετεθα θαυμαστείςθα θαυμαστείτε
θα θαυμάσειθα θαυμάσουν(ε)θα θαυμαστείθα θαυμαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω θαυμάσειθα έχουμε θαυμάσειθα έχω θαυμαστείθα έχουμε θαυμαστεί
θα έχεις θαυμάσειθα έχετε θαυμάσειθα έχεις θαυμαστείθα έχετε θαυμαστεί
θα έχει θαυμάσειθα έχουν θαυμάσειθα έχει θαυμαστείθα έχουν θαυμαστεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να θαυμάζωνα θαυμάζουμε, να θαυμάζομενα θαυμάζομαινα θαυμαζόμαστε
να θαυμάζειςνα θαυμάζετενα θαυμάζεσαινα θαυμάζεστε, να θαυμαζόσαστε
να θαυμάζεινα θαυμάζουν(ε)να θαυμάζεταινα θαυμάζονται
Aoristνα θαυμάσωνα θαυμάσουμε, να θαυμάσομενα θαυμαστώνα θαυμαστούμε
να θαυμάσειςνα θαυμάσετενα θαυμαστείςνα θαυμαστείτε
να θαυμάσεινα θαυμάσουν(ε)να θαυμαστείνα θαυμαστούν(ε)
Perfνα έχω θαυμάσεινα έχουμε θαυμάσεινα έχω θαυμαστείνα έχουμε θαυμαστεί
να έχεις θαυμάσεινα έχετε θαυμάσεινα έχεις θαυμαστείνα έχετε θαυμαστεί
να έχει θαυμάσεινα έχουν θαυμάσεινα έχει θαυμαστείνα έχουν θαυμαστεί
Imper
ativ
Presθαύμαζεθαυμάζετεθαυμάζεστε
Aoristθαύμασεθαυμάστεθαυμάσουθαυμαστείτε
Part
izip
Presθαυμάζονταςθαυμαζόμενος
Perfέχοντας θαυμάσει
InfinAoristθαυμάσειθαυμαστεί






Griechische Definition zu θαυμάζω

θαυμάζω [θavmázo] -ομαι : 1. αισθάνομαι θαυμασμό για κπ. ή για κτ.: θαυμάζω το μεγαλείο της φύσης / την πρόοδο της επιστήμης / τα επιτεύγματα του πολιτισμού. θαυμάζω τις αρετές / τα κατορθώματα / την ομορφιά κάποιου. θαυμάζω έναν ηθοποιό / έναν πολιτικό / έναν ποδοσφαιριστή. Σε θαυμάζω για την υπομονή / την αντοχή / το θάρρος σου. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu θαυμάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15