ηρεμώ  Verb  [iremo, hremw]

Ähnliche Bedeutung wie ηρεμώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ηρεμώ

... γάτες έχουν νύχια, που μπαίνουν και βγαίνουν κατά βούληση. Έτσι, όταν ηρεμούν, τα νύχια τους βρίσκονται σε ένα είδος θήκης από δέρμα και γούνα, γύρω ...

... αλλά η Σύγκλητος πέρασε κάποια σχετικά ψηφίσματα σε μια προσπάθεια να ηρεμήσει τον λαό που βρισκόταν σε επαναστατικό αναβρασμό. Η άρνηση παροχής των δικαιωμάτων ...

... Χάρη στον πλούτο και την υψηλή κοινωνική θέση της οικογενείας του πέρασε ήρεμα νεανικά χρόνια και είχε την τύχη όχι μόνο να ικανοποιήσει την αγάπη του ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze beruhigen

... Aber wenn sich das Gewitter verzogen hat, beruhigen wir uns wieder und bald ist die Harmonie wieder hergestellt. ...

... Sagen Sie mir nicht, dass ich mich beruhigen soll! ...

... Sag mir nicht, dass ich mich beruhigen soll! ...

Quelle: al_ex_an_der, Pfirsichbaeumchen, Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΗΡΕΜΩ
I calm
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ηρεμώηρεμούμε
ηρεμείςηρεμείτε
ηρεμείηρεμούν(ε)
Imper
fekt
ηρεμούσαηρεμούσαμε
ηρεμούσεςηρεμούσατε
ηρεμούσεηρεμούσαν(ε)
Aoristηρέμησαηρεμήσαμε
ηρέμησεςηρεμήσατε
ηρέμησεηρέμησαν, ηρεμήσαν(ε)
Perf
ekt
έχω ηρεμήσειέχουμε ηρεμήσει
έχεις ηρεμήσειέχετε ηρεμήσει
έχει ηρεμήσειέχουν ηρεμήσει
Plu
perf
ekt
είχα ηρεμήσειείχαμε ηρεμήσει
είχες ηρεμήσειείχατε ηρεμήσει
είχε ηρεμήσειείχαν ηρεμήσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ηρεμώθα ηρεμούμε
θα ηρεμείςθα ηρεμείτε
θα ηρεμείθα ηρεμούν(ε)
Fut
ur
θα ηρεμήσωθα ηρεμήσουμε
θα ηρεμήσειςθα ηρεμήσετε
θα ηρεμήσειθα ηρεμήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ηρεμήσειθα έχουμε ηρεμήσει
θα έχεις ηρεμήσειθα έχετε ηρεμήσει
θα έχει ηρεμήσειθα έχουν ηρεμήσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ηρεμώνα ηρεμούμε
να ηρεμείςνα ηρεμείτε
να ηρεμείνα ηρεμούν(ε)
Aoristνα ηρεμήσωνα ηρεμήσουμε, να ηρεμήσομε
να ηρεμήσειςνα ηρεμήσετε
να ηρεμήσεινα ηρεμήσουν(ε)
Perfνα έχω ηρεμήσεινα έχουμε ηρεμήσει
να έχεις ηρεμήσεινα έχετε ηρεμήσει
να έχει ηρεμήσεινα έχουν ηρεμήσει
Imper
ativ
Presηρεμείτε
Aoristηρέμησεηρεμήστε, ηρεμήσετε
Part
izip
Presηρεμώντας
Perfέχοντας ηρεμήσει
InfinAoristηρεμήσει




Griechische Definition zu ηρεμώ

ηρεμώ [iremó] .9α : βρίσκομαι ή περιέρχομαι σε κατάσταση ηρεμίας, είμαι ήρεμος, ατάραχος, γαλήνιος· ησυχάζω: H θάλασσα ηρέμησε. Hρεμήστε παρακαλώ! Hρέμησε πρώτα και μετά κουβεντιάζουμε. || κάνω κπ. ήρεμο: Προσπάθησε να τον ηρεμήσεις! Ο ομιλητής προσπάθησε να ηρεμήσει τους διαδηλωτές. H μουσική με ηρεμεί.

[λόγ. < αρχ. ἠρεμῶ]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ηρεμώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15