ευτυχώ  Verb  [efticho, eytyxw]

Noch keine Übersetzung :(

Ähnliche Bedeutung wie ευτυχώ

Noch keine Synonyme

Ähnliche Wörter zu ευτυχώ

ευτυχώς


Beispielsätze ευτυχώ

... Ευτυχία είναι η ψυχική ικανοποίηση του ανθρώπου, προερχόμενη από την εκπλήρωση των επιθυμιών και την επιτυχία των σκοπών του. Δεν υπάρχει μόνιμη ευτυχία ...

... Ως ευτυχείς αριθμοί χαρακτηρίζονται στα μαθηματικά οι αριθμοί εκείνοι που μετά από μια συγκεκριμένη διαδικασία δείχνουν τον αριθμό 1. Παίρνουμε οποιονδήποτε ...

... Ο Ευτύχης Μπιτσάκης (1927 - ) είναι Έλληνας ακαδημαϊκός, φυσικός, χημικός, συγγραφέας και φιλόσοφος Γεννήθηκε στον Κάδρο του Δήμου Καντάνου της Κρήτης ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik



ΕΥΤΥΧΩ
I am happy
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ευτυχώευτυχούμε
ευτυχείςευτυχείτε
ευτυχείευτυχούν(ε)
Imper
fekt
ευτυχούσαευτυχούσαμε
ευτυχούσεςευτυχούσατε
ευτυχούσεευτυχούσαν(ε)
Aoristευτύχησαευτυχήσαμε
ευτύχησεςευτυχήσατε
ευτύχησεευτύχησαν, ευτυχήσαν(ε)
Perf
ekt
έχω ευτυχήσειέχουμε ευτυχήσει
έχεις ευτυχήσειέχετε ευτυχήσει
έχει ευτυχήσειέχουν ευτυχήσει
Plu
perf
ekt
είχα ευτυχήσειείχαμε ευτυχήσει
είχες ευτυχήσειείχατε ευτυχήσει
είχε ευτυχήσειείχαν ευτυχήσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ευτυχώθα ευτυχούμε
θα ευτυχείςθα ευτυχείτε
θα ευτυχείθα ευτυχούν(ε)
Fut
ur
θα ευτυχήσωθα ευτυχήσουμε
θα ευτυχήσειςθα ευτυχήσετε
θα ευτυχήσειθα ευτυχήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ευτυχήσειθα έχουμε ευτυχήσει
θα έχεις ευτυχήσειθα έχετε ευτυχήσει
θα έχει ευτυχήσειθα έχουν ευτυχήσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ευτυχώνα ευτυχούμε
να ευτυχείςνα ευτυχείτε
να ευτυχείνα ευτυχούν(ε)
Aoristνα ευτυχήσωνα ευτυχήσουμε, να ευτυχήσομε
να ευτυχήσειςνα ευτυχήσετε
να ευτυχήσεινα ευτυχήσουν(ε)
Perfνα έχω ευτυχήσεινα έχουμε ευτυχήσει
να έχεις ευτυχήσεινα έχετε ευτυχήσει
να έχει ευτυχήσεινα έχουν ευτυχήσει
Imper
ativ
Presευτυχείτε
Aoristευτύχησεευτυχήστε, ευτυχήσετε
Part
izip
Presευτυχώντας
Perfευτυχισμένος, -η, -οευτυχισμένοι, -ες, -α
έχοντας ευτυχήσει
InfinAoristευτυχήσει


Griechische Definition zu ευτυχώ

ευτυχώ [eftixó] .9α μππ. ευτυχισμένος* : 1.είμαι ευτυχισμένος, ζω ζωή ευτυχισμένη. ANT δυστυχώ: Ευτύχησε στη ζωή της / στο γάμο της. Σου εύχομαι να ευτυχήσεις και να προοδεύεις συνεχώς. || (ειδικότ.) ευημερώ. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ευτυχώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15