{η}  επήρεια Subst.  [epiria, ephreia]

{der}    Subst.
(148)

Etymologie zu επήρεια

επήρεια (λόγιο) altgriechisch ἐπήρεια ("προσβλητική μεταχείριση ή συμπεριφορά") με ελληνιστική σημασία "πείραγμα από δαίμονα" με παρανάγνωση του ελληνιστικού ἐπίρροια (αρχαίο ἐπιρροή "εισροή υγρού") - (Lehnbedeutung) französisch influence[1]


GriechischDeutsch
Οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών ή ναρκωτικών ουσιώνFahren unter dem Einfluss von Alkohol oder Betäubungsmitteln

Übersetzung bestätigt

συμβουλές για την αναγνώριση και μεταχείριση επιβατών που έχουν καταναλώσει ή καταναλώνουν οινοπνευματώδη ποτά ή είναι υπό την επήρεια ναρκωτικών ή είναι επιθετικοί,Hinweise für die Erkennung und den Umgang mit Fluggästen, die betrunken sind oder werden, unter Einfluss berauschender Mittel stehen oder aggressiv sind;

Übersetzung bestätigt

Ο αερομεταφορέας δεν επιτρέπει σε κανένα πρόσωπο να επιβιβασθεί ή να παραμείνει, και λαμβάνει όλα τα εύλογα μέτρα ώστε να εξασφαλίζεται ότι κανένα πρόσωπο δεν εισέρχεται ούτε παραμένει σε αεροπλάνο, εφόσον βρίσκεται υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών ή ναρκωτικών σε βαθμό που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια του αεροπλάνου ή των επιβατών του.Der Luftfahrtunternehmer darf keiner Person gestatten, ein Flugzeug zu betreten oder sich dort aufzuhalten, und hat alle angemessenen Vorkehrungen zu treffen, um sicherzustellen, dass keine Person ein Flugzeug betritt oder sich dort aufhält, wenn sie in einem Maße unter dem Einfluss von Alkohol oder von anderen Rauschmitteln steht, dass mit Wahrscheinlichkeit die Sicherheit des Flugzeugs oder von dessen Insassen gefährdet ist.

Übersetzung bestätigt

δεν επιτρέπει τη μεταφορά στο αεροπλάνο προσώπου το οποίο φαίνεται να βρίσκεται υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών ή ναρκωτικών σε βαθμό που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια του αεροπλάνου ή των επιβατών του,hat die Beförderung von Personen abzulehnen, die in einem solchen Maße unter dem Einfluss von Alkohol oder anderen Rauschmitteln stehen, dass die Sicherheit des Flugzeugs oder der Insassen wahrscheinlich gefährdet ist,

Übersetzung bestätigt

εφόσον βρίσκεται υπό την επήρεια φαρμάκου το οποίο μπορεί να επηρεάσει τις ικανότητές του με τρόπο που θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια·während es unter dem Einfluss irgendeines berauschenden Mittels oder Medikaments steht, das seine Fähigkeiten in sicherheitsgefährdender Weise beeinträchtigen könnte,

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter



Griechische Definition zu επήρεια

επήρεια η [epíria] : ιδίως στην έκφραση υπό την επήρεια, εξαιτίας της επίδρασης ή όσο αυτή διαρκεί: Tο αδίκημα διαπράχτηκε υπό την επήρεια οργής / μέθης. Ο ασθενής είναι ήσυχος, γιατί ακόμα βρίσκεται υπό την επήρεια ηρεμιστικών. Tα μέταλλα φθείρονται υπό την επήρεια της υγρασίας.

[λόγ. < αρχ. ἐπήρεια `προσβλητική συμπεριφορά΄, ελνστ. σημ.: `πείραγμα από δαίμονα΄ με σφαλερή ταύτιση προς το ελνστ. ἐπίρροια (= αρχ. ἐπιρροή) `εισροή, συρροή υγρού΄ από παρανάγνωση <ηρει> = <ιρροι> (στα νέα ελλην. διαβάζονται το ίδιο) σημδ. γαλλ. influence]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback