εξορίζω  Verb  [eksorizo, eksorizw]

Ähnliche Bedeutung wie εξορίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze verbannen

... Welche drei Bücher würdest du mitnehmen, wenn man dich auf eine unbewohnte Insel verbannen würde? ...

... Welche drei Bücher würden Sie mitnehmen, wenn man Sie auf eine unbewohnte Insel verbannen würde? ...

Quelle: al_ex_an_der, al_ex_an_der

Grammatik


ΕΞΟΡΙΖΩ
I banish
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εξορίζωεξορίζουμε, εξορίζομεεξορίζομαιεξοριζόμαστε
εξορίζειςεξορίζετεεξορίζεσαιεξορίζεστε, εξοριζόσαστε
εξορίζειεξορίζουν(ε)εξορίζεταιεξορίζονται
Imper
fekt
εξόριζαεξορίζαμεεξοριζόμουν(α)εξοριζόμαστε, εξοριζόμασταν
εξόριζεςεξορίζατεεξοριζόσουν(α)εξοριζόσαστε, εξοριζόσασταν
εξόριζεεξόριζαν, εξορίζαν(ε)εξοριζόταν(ε)εξορίζονταν, εξοριζόντανε, εξοριζόντουσαν
Aoristεξόρισαεξορίσαμεεξορίστηκαεξοριστήκαμε
εξόρισεςεξορίσατεεξορίστηκεςεξοριστήκατε
εξόρισεεξόρισαν, εξορίσαν(ε)εξορίστηκεεξορίστηκαν, εξοριστήκαν(ε)
Per
fect
έχω εξορίσει
έχω εξορισμένο
έχουμε εξορίσει
έχουμε εξορισμένο
έχω εξοριστεί
είμαι εξορισμένος, -η
έχουμε εξοριστεί
είμαστε εξορισμένοι, -ες
έχεις εξορίσει
έχεις εξορισμένο
έχετε εξορίσει
έχετε εξορισμένο
έχεις εξοριστεί
είσαι εξορισμένος, -η
έχετε εξοριστεί
είστε εξορισμένοι, -ες
έχει εξορίσει
έχει εξορισμένο
έχουν εξορίσει
έχουν εξορισμένο
έχει εξοριστεί
είναι εξορισμένος, -η, -ο
έχουν εξοριστεί
είναι εξορισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα εξορίσει
είχα εξορισμένο
είχαμε εξορίσει
είχαμε εξορισμένο
είχα εξοριστεί
ήμουν εξορισμένος, -η
είχαμε εξοριστεί
ήμαστε εξορισμένοι, -ες
είχες εξορίσει
είχες εξορισμένο
είχατε εξορίσει
είχατε εξορισμένο
είχες εξοριστεί
ήσουν εξορισμένος, -η
είχατε εξοριστεί
ήσαστε εξορισμένοι, -ες
είχε εξορίσει
είχε εξορισμένο
είχαν εξορίσει
είχαν εξορισμένο
είχε εξοριστεί
ήταν εξορισμένος, -η, -ο
είχαν εξοριστεί
ήταν εξορισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εξορίζωθα εξορίζουμε, θα εξορίζομεθα εξορίζομαιθα εξοριζόμαστε
θα εξορίζειςθα εξορίζετεθα εξορίζεσαιθα εξορίζεστε, θα εξοριζόσαστε
θα εξορίζειθα εξορίζουν(ε)θα εξορίζεταιθα εξορίζονται
Fut
ur
θα εξορίσωθα εξορίσουμε, θα εξορίζομεθα εξοριστώθα εξοριστούμε
θα εξορίσειςθα εξορίσετεθα εξοριστείςθα εξοριστείτε
θα εξορίσειθα εξορίσουν(ε)θα εξοριστείθα εξοριστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εξορίσει
θα έχω εξορισμένο
θα έχουμε εξορίσει
θα έχουμε εξορισμένο
θα έχω εξοριστεί
θα είμαι εξορισμένος, -η
θα έχουμε εξοριστεί
θα είμαστε εξορισμένοι, -ες
θα έχεις εξορίσει
θα έχεις εξορισμένο
θα έχετε εξορίσει
θα έχετε εξορισμένο
θα έχεις εξοριστεί
θα είσαι εξορισμένος, -η
θα έχετε εξοριστεί
θα είστε εξορισμένοι, -ες
θα έχει εξορίσει
θα έχει εξορισμένο
θα έχουν εξορίσει
θα έχουν εξορισμένο
θα έχει εξοριστεί
θα είναι εξορισμένος, -η, -ο
θα έχουν εξοριστεί
θα είναι εξορισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εξορίζωνα εξορίζουμε, να εξορίζομενα εξορίζομαινα εξοριζόμαστε
να εξορίζειςνα εξορίζετενα εξορίζεσαινα εξορίζεστε, να εξοριζόσαστε
να εξορίζεινα εξορίζουν(ε)να εξορίζεταινα εξορίζονται
Aoristνα εξορίσωνα εξορίσουμε, να εξορίσομενα εξοριστώνα εξοριστούμε
να εξορίσειςνα εξορίσετενα εξοριστείςνα εξοριστείτε
να εξορίσεινα εξορίσουν(ε)να εξοριστείνα εξοριστούν(ε)
Perfνα έχω εξορίσει
να έχω εξορισμένο
να έχουμε εξορίσει
να έχουμε εξορισμένο
να έχω εξοριστεί
να είμαι εξορισμένος, -η
να έχουμε εξοριστεί
να είμαστε εξορισμένοι, -ες
να έχεις εξορίσει
να έχεις εξορισμένο
να έχετε εξορίσει
να έχετε εξορισμένο
να έχεις εξοριστεί
να είσαι εξορισμένος, -η
να έχετε εξοριστεί
να είστε εξορισμένοι, -ες
να έχει εξορίσει
να έχει εξορισμένο
να έχουν εξορίσει
να έχουν εξορισμένο
να έχει εξοριστεί
να είναι εξορισμένος, -η, -ο
να έχουν εξοριστεί
να είναι εξορισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presεξόριζεεξορίζετεεξορίζεστε
Aoristεξόρισεεξορίστεεξορίσουεξοριστείτε
Part
izip
Presεξορίζονταςεξοριζόμενος
Perfέχοντας εξορίσει, έχοντας εξορισμένοεξορισμένος, -η, -οεξορισμένοι, -ες, -α
InfinAoristεξορίσειεξοριστεί




Griechische Definition zu εξορίζω

εξορίζω [eksorízo] -ομαι : 1.επιβάλλω εξορία σε κπ.: Οι Aθηναίοι θεώρησαν το Mιλτιάδη υπεύθυνο της ήττας και τον εξόρισαν. εξορίζω κπ. μέσα στα όρια της χώρας, τον εκτοπίζω: Οι αντίπαλοι της δικτατορίας φυλακίζονταν ή εξορίζονταν. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu εξορίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15