εξαργυρώνω  Verb  [eksargirono, eksarjirono, eksargyrwnw]

Ähnliche Bedeutung wie εξαργυρώνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze εξαργυρώνω

... στο καναβάτσο από επίθεση, με τον Σουάγκερ να το εκμεταλλεύεται και να εξαργυρώνει το συμβόλαιό του. Κράτησε τον τίτλο ως τις 20 Ιουνίου του ίδιου έτους ...

... αφού δεν κατάφερε να παρουσιάσει κάποια ουσιαστική πρόταση και απλώς εξαργύρωνε την υψηλή δημοτικότητα που είχε αποκτήσει ο αρχηγός του ως Δήμαρχος Αθηναίων ...

... Μπάγερ Λεβερκούζεν, μία από τις μεγαλύτερες ομάδες της Γερμανίας, «εξαργυρώνοντας» κατά κάποιο τρόπο τον τίτλο του πρώτου σκόρερ. Υπέγραψε τετραετές συμβόλαιο ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze einlösen

... sein Versprechen: Der Königssohn und die Müllerstochter heiraten. Als der Nachwuchs da ist, kommt der Herr des Waldes zu ihr und will das Versprechen einlösen ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΕΞΑΡΓΥΡΩΝΩ
I cash
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εξαργυρώνωεξαργυρώνουμε, εξαργυρώνομεεξαργυρώνομαιεξαργυρωνόμαστε
εξαργυρώνειςεξαργυρώνετεεξαργυρώνεσαιεξαργυρώνεστε, εξαργυρωνόσαστε
εξαργυρώνειεξαργυρώνουν(ε)εξαργυρώνεταιεξαργυρώνονται
Imper
fekt
εξαργύρωναεξαργυρώναμεεξαργυρωνόμουν(α)εξαργυρωνόμαστε, εξαργυρωνόμασταν
εξαργύρωνεςεξαργυρώνατεεξαργυρωνόσουν(α)εξαργυρωνόσαστε, εξαργυρωνόσασταν
εξαργύρωνεεξαργύρωναν, εξαργυρώναν(ε)εξαργυρωνόταν(ε)εξαργυρώνονταν, εξαργυρωνόντανε, εξαργυρωνόντουσαν
Aoristεξαργύρωσαεξαργυρώσαμεεξαργυρώθηκαεξαργυρωθήκαμε
εξαργύρωσεςεξαργυρώσατεεξαργυρώθηκεςεξαργυρωθήκατε
εξαργύρωσεεξαργύρωσαν, εξαργυρώσαν(ε)εξαργυρώθηκεεξαργυρώθηκαν, εξαργυρωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω εξαργυρώσει
έχω εξαργυρωμένο
έχουμε εξαργυρώσει
έχουμε εξαργυρωμένο
έχω εξαργυρωθεί
είμαι εξαργυρωμένος, -η
έχουμε εξαργυρωθεί
είμαστε εξαργυρωμένοι, -ες
έχεις εξαργυρώσει
έχεις εξαργυρωμένο
έχετε εξαργυρώσει
έχετε εξαργυρωμένο
έχεις εξαργυρωθεί
είσαι εξαργυρωμένος, -η
έχετε εξαργυρωθεί
είστε εξαργυρωμένοι, -ες
έχει εξαργυρώσει
έχει εξαργυρωμένο
έχουν εξαργυρώσει
έχουν εξαργυρωμένο
έχει εξαργυρωθεί
είναι εξαργυρωμένος, -η, -ο
έχουν εξαργυρωθεί
είναι εξαργυρωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα εξαργυρώσει
είχα εξαργυρωμένο
είχαμε εξαργυρώσει
είχαμε εξαργυρωμένο
είχα εξαργυρωθεί
ήμουν εξαργυρωμένος, -η
είχαμε εξαργυρωθεί
ήμαστε εξαργυρωμένοι, -ες
είχες εξαργυρώσει
είχες εξαργυρωμένο
είχατε εξαργυρώσει
είχατε εξαργυρωμένο
είχες εξαργυρωθεί
ήσουν εξαργυρωμένος, -η
είχατε εξαργυρωθεί
ήσαστε εξαργυρωμένοι, -ες
είχε εξαργυρώσει
είχε εξαργυρωμένο
είχαν εξαργυρώσει
είχαν εξαργυρωμένο
είχε εξαργυρωθεί
ήταν εξαργυρωμένος, -η, -ο
είχαν εξαργυρωθεί
ήταν εξαργυρωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εξαργυρώνωθα εξαργυρώνουμε, θα εξαργυρώνομεθα εξαργυρώνομαιθα εξαργυρωνόμαστε
θα εξαργυρώνειςθα εξαργυρώνετεθα εξαργυρώνεσαιθα εξαργυρώνεστε, θα εξαργυρωνόσαστε
θα εξαργυρώνειθα εξαργυρώνουν(ε)θα εξαργυρώνεταιθα εξαργυρώνονται
Fut
ur
θα εξαργυρώσωθα εξαργυρώσουμε, θα εξαργυρώσομεθα εξαργυρωθώθα εξαργυρωθούμε
θα εξαργυρώσειςθα εξαργυρώσετεθα εξαργυρωθείςθα εξαργυρωθείτε
θα εξαργυρώσειθα εξαργυρώσουνθα εξαργυρωθείθα εξαργυρωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εξαργυρώσει
θα έχω εξαργυρωμένο
θα έχουμε εξαργυρώσει
θα έχουμε εξαργυρωμένο
θα έχω εξαργυρωθεί
θα είμαι εξαργυρωμένος, -η
θα έχουμε εξαργυρωθεί
θα είμαστε εξαργυρωμένοι, -ες
θα έχεις εξαργυρώσει
θα έχεις εξαργυρωμένο
θα έχετε εξαργυρώσει
θα έχετε εξαργυρωμένο
θα έχεις εξαργυρωθεί
θα είσαι εξαργυρωμένος, -η
θα έχετε εξαργυρωθεί
θα είστε εξαργυρωμένοι, -ες
θα έχει εξαργυρώσει
θα έχει εξαργυρωμένο
θα έχουν εξαργυρώσει
θα έχουν εξαργυρωμένο
θα έχει εξαργυρωθεί
θα είναι εξαργυρωμένος, -η, -ο
θα έχουν εξαργυρωθεί
θα είναι εξαργυρωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εξαργυρώνωνα εξαργυρώνουμε, να εξαργυρώνομενα εξαργυρώνομαινα εξαργυρωνόμαστε
να εξαργυρώνειςνα εξαργυρώνετενα εξαργυρώνεσαινα εξαργυρώνεστε, να εξαργυρωνόσαστε
να εξαργυρώνεινα εξαργυρώνουν(ε)να εξαργυρώνεταινα εξαργυρώνονται
Aoristνα εξαργυρώσωνα εξαργυρώσουμε, να εξαργυρώσομενα εξαργυρωθώνα εξαργυρωθούμε
να εξαργυρώσειςνα εξαργυρώσετενα εξαργυρωθείςνα εξαργυρωθείτε
να εξαργυρώσεινα εξαργυρώσουν(ε)να εξαργυρωθείνα εξαργυρωθούν(ε)
Perfνα έχω εξαργυρώσει
να έχω εξαργυρωμένο
να έχουμε εξαργυρώσει
να έχουμε εξαργυρωμένο
να έχω εξαργυρωθεί
να είμαι εξαργυρωμένος, -η
να έχουμε εξαργυρωθεί
να είμαστε εξαργυρωμένοι, -ες
να έχεις εξαργυρώσει
να έχεις εξαργυρωμένο
να έχετε εξαργυρώσει
να έχετε εξαργυρωμένο
να έχεις εξαργυρωθεί
να είσαι εξαργυρωμένος, -η
να έχετε εξαργυρωθεί
να είστε εξαργυρωμένοι, -ες
να έχει εξαργυρώσει
να έχει εξαργυρωμένο
να έχουν εξαργυρώσει
να έχουν εξαργυρωμένο
να έχει εξαργυρωθεί
να είναι εξαργυρωμένος, -η, -ο
να έχουν εξαργυρωθεί
να είναι εξαργυρωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presεξαργύρωνεεξαργυρώνετεεξαργυρώνεστε
Aoristεξαργύρωσεεξαργυρώστε, εξαργυρώσετεεξαργυρώσουεξαργυρωθείτε
Part
izip
Presεξαργυρώνοντας
Perfέχοντας εξαργυρώσει, έχοντας εξαργυρωμένοεξαργυρωμένος, -η, -οεξαργυρωμένοι, -ες, -α
InfinAoristεξαργυρώσειεξαργυρωθεί




Griechische Definition zu εξαργυρώνω

εξαργυρώνω [eksarjiróno] -ομαι : 1.μετατρέπω έναν τίτλο, κυρίως τραπεζικό, σε χρήμα, τον ανταλλάσσω με το αντίστοιχο χρηματικό ποσό: εξαργυρώνω ένα γραμμάτιο / μία συναλλαγματική / ένα τσεκ. εξαργυρώνω ένα λαχείο που έχει κερδίσει. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu εξαργυρώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15