ενθουσιάζω  Verb  [enthusiazo, enthoysiazw]

Ähnliche Bedeutung wie ενθουσιάζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ενθουσιάζω

... την αρχισύνταξιν (και το λογιστήριο, εννοείται) να σας συγκινώ, να σας ενθουσιάζω, να σας ζωγραφίζω, να σας θυμώνω, να σας ενδιαφέρω, και προπάντων να σας ...

... είναι ανυπολόγιστης οικονομικής αλλά και κοινωνικής σημασίας. Για όσους ενθουσιάζονται με τον οικοτουρισμό προτείνεται η φανταστική διαδρομή που ξεκινά από ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze hinreißen

... Ich denke, es gibt einen Wesenszug, einen Grundsatz im Dialog, und der besagt: Um zu respektieren und respektiert zu werden, müssen wir Sorge tragen, dass wir uns nicht zu einer Disqualifikation hinreißen zu lassen. Man kann sich in seinen Anschauungen radikal unterscheiden und man kann Verhaltensweisen anklagen, ohne sich dabei zu einer Disqualifikation hinreißen zu lassen. ...

Quelle: al_ex_an_der

Grammatik


ΕΝΘΟΥΣΙΑΖΩ
I fill with
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ενθουσιάζωενθουσιάζουμε, ενθουσιάζομεενθουσιάζομαιενθουσιαζόμαστε
ενθουσιάζειςενθουσιάζετεενθουσιάζεσαιενθουσιάζεστε, ενθουσιαζόσαστε
ενθουσιάζειενθουσιάζουν(ε)ενθουσιάζεταιενθουσιάζονται
Imper
fekt
ενθουσίαζαενθουσιάζαμεενθουσιαζόμουναενθουσιαζόμαστε, ενθουσιαζόμασταν
ενθουσίαζεςενθουσιάζατεενθουσιαζόσουναενθουσιαζόσαστε, ενθουσιαζόσασταν
ενθουσίαζεενθουσίαζαν, ενθουσιάζαν(ε)ενθουσιαζότανεενθουσιάζονταν, ενθουσιαζόντανε, ενθουσιαζόντουσαν
Aoristενθουσίασαενθουσιάσαμεενθουσιάστηκαενθουσιαστήκαμε
ενθουσίασεςενθουσιάσατεενθουσιάστηκεςενθουσιαστήκατε
ενθουσίασεενθουσίασαν, ενθουσιάσαν(ε)ενθουσιάστηκεενθουσιάστηκαν, ενθουσιαστήκανε
Per
fect
έχω ενθουσιάσει
έχω ενθουσιασμένο
έχουμε ενθουσιάσει
έχουμε ενθουσιασμένο
έχω ενθουσιαστεί
είμαι ενθουσιασμένος, -η
έχουμε ενθουσιαστεί
είμαστε ενθουσιασμένοι, -ες
έχεις ενθουσιάσει
έχεις ενθουσιασμένο
έχετε ενθουσιάσει
έχετε ενθουσιασμένο
έχεις ενθουσιαστεί
είσαι ενθουσιασμένος, -η
έχετε ενθουσιαστεί
είστε ενθουσιασμένοι, -ες
έχει ενθουσιάσει
έχει ενθουσιασμένο
έχουν ενθουσιάσει
έχουν ενθουσιασμένο
έχει ενθουσιαστεί
είναι ενθουσιασμένος, -η, -ο
έχουν ενθουσιαστεί
είναι ενθουσιασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ενθουσιάσει
είχα ενθουσιασμένο
είχαμε ενθουσιάσει
είχαμε ενθουσιασμένο
είχα ενθουσιαστεί
ήμουν ενθουσιασμένος, -η
είχαμε ενθουσιαστεί
ήμαστε ενθουσιασμένοι, -ες
είχες ενθουσιάσει
είχες ενθουσιασμένο
είχατε ενθουσιάσει
είχατε ενθουσιασμένο
είχες ενθουσιαστεί
ήσουν ενθουσιασμένος, -η
είχατε ενθουσιαστεί
ήσαστε ενθουσιασμένοι, -ες
είχε ενθουσιάσει
είχε ενθουσιασμένο
είχαν ενθουσιάσει
είχαν ενθουσιασμένο
είχε ενθουσιαστεί
ήταν ενθουσιασμένος, -η, -ο
είχαν ενθουσιαστεί
ήταν ενθουσιασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ενθουσιάζωθα ενθουσιάζουμε, θα ενθουσιάζομεθα ενθουσιάζομαιθα ενθουσιαζόμαστε
θα ενθουσιάζειςθα ενθουσιάζετεθα ενθουσιάζεσαιθα ενθουσιάζεστε, θα ενθουσιαζόσαστε
θα ενθουσιάζειθα ενθουσιάζουν(ε)θα ενθουσιάζεταιθα ενθουσιάζονται
Fut
ur
θα ενθουσιάσωθα ενθουσιάσουμε, θα ενθουσιάσομεθα ενθουσιαστώθα ενθουσιαστούμε
θα ενθουσιάσειςθα ενθουσιάσετεθα ενθουσιαστείςθα ενθουσιαστείτε
θα ενθουσιάσειθα ενθουσιάσουν(ε)θα ενθουσιαστείθα ενθουσιαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ενθουσιάσει
θα έχω ενθουσιασμένο
θα έχουμε ενθουσιάσει
θα έχουμε ενθουσιασμένο
θα έχω ενθουσιαστεί
θα είμαι ενθουσιασμένος, -η
θα έχουμε ενθουσιαστεί
θα είμαστε ενθουσιασμένοι, -ες
θα έχεις ενθουσιάσει
θα έχεις ενθουσιασμένο
θα έχετε ενθουσιάσει
θα έχετε ενθουσιασμένο
θα έχεις ενθουσιαστεί
θα είσαι ενθουσιασμένος, -η
θα έχετε ενθουσιαστεί
θα είστε ενθουσιασμένοι, -ες
θα έχει ενθουσιάσει
θα έχει ενθουσιασμένο
θα έχουν ενθουσιάσει
θα έχουν ενθουσιασμένο
θα έχει ενθουσιαστεί
θα είναι ενθουσιασμένος, -η, -ο
θα έχουν ενθουσιαστεί
θα είναι ενθουσιασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ενθουσιάζωνα ενθουσιάζουμε, να ενθουσιάζομενα ενθουσιάζομαινα ενθουσιαζόμαστε
να ενθουσιάζειςνα ενθουσιάζετενα ενθουσιάζεσαινα ενθουσιάζεστε, να ενθουσιαζόσαστε
να ενθουσιάζεινα ενθουσιάζουν(ε)να ενθουσιάζεταινα ενθουσιάζονται
Aoristνα ενθουσιάσωνα ενθουσιάσουμε, να ενθουσιάσομενα ενθουσιαστώνα ενθουσιαστούμε
να ενθουσιάσειςνα ενθουσιάσετενα ενθουσιαστείςνα ενθουσιαστείτε
να ενθουσιάσεινα ενθουσιάσουννα ενθουσιαστείνα ενθουσιαστούν(ε)
Perfνα έχω ενθουσιάσει
να έχω ενθουσιασμένο
να έχουμε ενθουσιάσει
να έχουμε ενθουσιασμένο
να έχω ενθουσιαστεί
να είμαι ενθουσιασμένος, -η
να έχουμε ενθουσιαστεί
να είμαστε ενθουσιασμένοι, -ες
να έχεις ενθουσιάσει
να έχεις ενθουσιασμένο
να έχετε ενθουσιάσει
να έχετε ενθουσιασμένο
να έχεις ενθουσιαστεί
να είσαι ενθουσιασμένος, -η
να έχετε ενθουσιαστεί
να είστε ενθουσιασμένοι, -ες
να έχει ενθουσιάσει
να έχει ενθουσιασμένο
να έχουν ενθουσιάσει
να έχουν ενθουσιασμένο
να έχει ενθουσιαστεί
να είναι ενθουσιασμένος, -η, -ο
να έχουν ενθουσιαστεί
να είναι ενθουσιασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presενθουσίαζεενθουσιάζετεενθουσιάζεστε
Aoristενθουσίασεενθουσιάστεενθουσιάσουενθουσιαστείτε
Part
izip
Presενθουσιάζονταςενθουσιαζόμενος
Perfέχοντας ενθουσιάσει, έχοντας ενθουσιασμένοενθουσιασμένος, -η, -οενθουσιασμένοι, -ες, -α
InfinAoristενθουσιάσειενθουσιαστεί






Griechische Definition zu ενθουσιάζω

ενθουσιάζω [enθusiázo] -ομαι : 1.προκαλώ σε κπ. ενθουσιασμό· (πρβ. χαροποιώ, ευχαριστώ, ικανοποιώ): H επιτυχία του ενθουσίασε τους φίλους και λύπησε τους αντιπάλους του. H πρότασή σας δε με ενθουσιάζει, αλλά είμαι υποχρεωμένος να τη δεχτώ. || (παθ.) περιέρχομαι σε κατάσταση ενθουσιασμού: Οι θεατές, ενθουσιασμένοι με την έξοχη ερμηνεία των ηθοποιών, χειροκροτούσαν. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ενθουσιάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15