εισρέω  

  • einfließen
    upvotedownvote
  • hereinkommen
    upvotedownvote

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... κόμβος στον οποίο εισρέει και εξέρχεται ηλεκτρικό ρεύμα. Επιπλέον θεωρούμε ως ετερόσημες τις τιμές των εντάσεων ανάλογα με το αν εισρέουν ή εκρέουν από τον ...

... νότιο Τσαντ, προσφέρουν το 90% των εισροών της λίμνης, ενώ στην λίμνη εισρέει και ο ποταμός Γιομπέ στα σύνορα Νιγηρίας και Νίγηρα. Lake Chad: almost ...

... οι Γάλλοι για να χρωματίζουν τα δικά τους κρασιά. Στην Κύμη αρχίζει να εισρέει χρήμα, έρχονται νέες αντιλήψεις με τη διεύρυνση του νου από την επαφή με ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

isreo, eisrew


Deutsche Synonyme zu: εισρέω

Einfluss besitzen einfließen Influx Einströmen reinkommen hineinkommen hereinkommen

ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15