είσπραξη  

  • einkassieren
    upvotedownvote
  • Kollektion
    upvotedownvote
  • Sammlung
    upvotedownvote

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... της και το σχεδιασμό της. Τελείωσε τις προβολές της ως η μεγαλύτερη σε εισπράξεις ταινία του 1994 και δεύτερη όλων των εποχών. Ο Βασιλιάς των Λιονταριών ...

... Τα Κοινά Ταμεία Εισπράξεων Λεωφορείων (Κ.Τ.Ε.Λ.) είναι μεταφορικές επιχειρήσεις που εξυπηρετούν τη μετακίνηση του επιβατικού κοινού μεταξύ των ελληνικών ...

... καταγράφεται η είσπραξη του φόρου σίτου και άρτου, καθώς και η μεταφορά τους στην αποθήκη φύλαξης, το λεγόμενο παρασιτήριο. Επίσης η είσπραξη του φόρου ζώων ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

ispraksi, eispraksh


Deutsche Synonyme zu: είσπραξη

einkassieren kassieren (Gewinn) einstecken einnehmen (Geld) scheffeln einstreichen Kasse machen einheimsen abräumen in Haft nehmen gefangen nehmen (die) Handschellen klicken lassen verhaften festnehmen inhaftieren aus dem Verkehr ziehen in Gewahrsam nehmen dingfest machen arretieren vorläufig festnehmen einsammeln (jemandem) wegnehmen Sammlung Kollektion Archiv Grundstock Fundus Auswahl Bestand Nachsinnen Kontemplation Nachdenken geistiges Eintauchen Versenkung Auslese Zusammenstellung Sammelband Knäuel Konvolut Bündel Anhäufung Häufung Konglomerat Aggregation Ballung Akkumulation Agglomeration Konglomeration Ansammlung (von) Kompilation Zusammenballung


Grammatik

Fall Singular Plural
Nominativ είσπραξη εισπράξεις
Genitiv είσπραξης
& εισπράξεως
εισπράξεων
Akkusativ είσπραξη εισπράξεις
Vokativ είσπραξη εισπράξεις
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15